Γιατί Λέμε Όχι στην Υποχρεωτική Συνεπιμέλεια

Γράφει η Κυριακή Μπλόσκα


Τα ψυχικά αποθέματα του κόσμου φαίνεται πως κρέμονται για ακόμη μία φορά από μια εξαιρετικά λεπτή γραμμή, καθώς μέσα στην αβεβαιότητα που επικρατεί εδώ και ένα χρόνο η κυβέρνηση κάνει λόγο για την επιβολή της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας στα διαζευγμένα ζευγάρια. Από το 1983 το Οικογενειακό Δίκαιο στην Ελλάδα είναι παιδοκεντρικό, δηλαδή θέτει ως βασική του προτεραιότητα το συμφέρον του παιδιού. Ωστόσο, η συντηρητική στάση της κυβέρνησης φαίνεται πως παίρνει για ακόμη μία φορά σάρκα και οστά, με την αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου να αποτελεί γεγονός.


Στο πλαίσιο της επιβολής μιας ισότιμης επαφής των διαζευγμένων γονέων με το παιδί τους, το νομοσχέδιο που προωθείται εισάγει την υποχρεωτική συνεπιμέλεια μαζί με μερικές ακόμη σημαντικές τροποποιήσεις, όπως αυτή της εναλλασσόμενης κατοικίας. Εύλογα, το νομοσχέδιο προς διαβούλευση προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, προκαλώντας πόλωση στις υπάρχουσες αντικρουόμενες ομάδες -όπως είναι οι ενεργοί μπαμπάδες- με φεμινιστικές οργανώσεις, ενώ δεν είναι λίγοι οι γονείς που αντιτίθενται σθεναρά στο νέο νομοσχέδιο.


Ποιες είναι, όμως, στην πράξη οι αλλαγές που θα επιφέρει μια τέτοια απόφαση και σε ποια αιτήματα ανταποκρίνεται;


Η πιο πρόσφατη μέτρηση της ΕΛΣΤΑΤ, αναφορικά με τα ποσοστά των διαζυγίων στην Ελλάδα, αφορά το 2017, στην διάρκεια του οποίου σημειώθηκαν 19.190 διαζύγια με τα εξαρτώμενα παιδιά (κάτω των 18) να ανέρχονται στα 16.013.



Η επιμέλεια είναι κομμάτι της γονικής μέριμνας, ακολουθεί την λογική με την οποία λειτουργεί το ισχύον Οικογενειακό Δίκαιο -τάσσεται δηλαδή υπέρ του συμφέροντος του παιδιού- σε αντίθεση με την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, η οποία υπόσχεται πως θα μεριμνά για την ισότιμη συνεισφορά των γονέων στην ανατροφή του παιδιού χωρίς ,όμως, να λαμβάνει υπόψιν την ταξική και έμφυλη διάσταση του ζητήματος. Η υλοποίηση της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας γίνεται με έναν εξισωτικό τρόπο που όχι μόνο δεν προάγει την ισότητα στην γονεϊκότητα, αλλά θέτει σε κίνδυνο την ακεραιότητα του παιδιού και του γονέα που μένει μαζί του.


Σύμφωνα με το opengov, σκοπός του νομοσχεδίου είναι «να καθιερώνεται η αρχή της ισότητας των γονέων στις ευθύνες και τα δικαιώματα έναντι του τέκνου, με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον αυτού». Συγκεκριμένα, ο υπουργός Δικαιοσύνης, Κώστας Τσιάρας, έκρινε πως η έλλειψη επικοινωνίας του παιδιού με τον έναν γονέα επηρεάζει την καθημερινότητά του προκαλώντας ψυχολογικά προβλήματα και άρα συμπεραίνει πως η συναινετική συνεπιμέλεια δεν εναρμονίζεται στην πράξη με το συμφέρον του παιδιού, το οποίο επηρεάζεται σημαντικά και δεν αναπτύσσεται ομαλά σαν προσωπικότητα.


Η άποψη αυτή βασίζεται στο «σύνδρομο της γονεικής αποξένωσης», μία αμφιλεγόμενη θεωρία που εισήγαγε ο Richard Gardner το 1980 και αφορά το συναίσθημα αποστροφής που ενδέχεται να νιώσει ένα παιδί προς τον γονέα του μετά από ένα διαζύγιο. Μάλιστα, το σύνδρομο αυτό φαίνεται πως πραγματοποιείται εξαιτίας της προβολής αρνητικών χαρακτηρισμών από τον έναν γονέα στον άλλο λόγω της δικαστικής διαμάχης που πραγματοποιείται. Ωστόσο, η θεωρία αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά και δεν έχει γίνει δεκτή από τους επίσημους φορείς ψυχικής υγείας. Βλέπουμε, λοιπόν, πως η τωρινή κυβέρνηση επιθυμεί να συμβαδίσει με τα αιτήματα των γονέων που συνήθως χάνουν την συνεπιμέλεια του παιδιού τους- τάσσεται δηλαδή υπέρ των ανδρών - αδιαφορώντας για την επικινδυνότητα μιας τέτοιας απόφασης.


Σύμφωνα με τον συνήγορο του Πολίτη –ο οποίος επίσης τάσσεται υπέρ της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας-, η νομοθεσία της Ελλάδας χρειάζεται να εμπλουτιστεί και να «εναρμονιστεί με τα σύγχρονα δεδομένα», καθώς η νέα κοινωνική πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται στον σημερινό ρόλο του πατέρα, αλλά βασίζεται στα πρότυπα μιας εντελώς διαφορετικής, αναχρονιστικής εποχής. Πράγματι το 2021 παρατηρείται σημαντική αλλαγή στον κοινωνικά αποδεκτό ρόλο του πατέρα, ο οποίος πια οφείλει να ασχολείται ενεργά με την ανατροφή του παιδιού του. Έτσι, η επιβολής της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας υπόσχεται πως θα επαναφέρει το πατρικό πρότυπο ως ένα ενεργό μέλος της οικογένειας, προσθέτοντας μάλιστα και την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας, η οποία αποτυπώνεται ήδη στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αρχή αυτή θεσπίστηκε για πρώτη φορά το 1975 στην Σουηδία και ορίζει πως και οι δύο γονείς είναι υπεύθυνοι για την από κοινού ανατροφή του παιδιού τόσο πριν όσο και μετά το διαζύγιο. Το εν λόγω νομοσχέδιο ακολουθεί το παράδειγμα της Σουηδίας, καθώς εκεί το 40% των παιδιών ανατρέφονται από κοινού και από τους δύο γονείς, ενώ εφαρμόζεται η συμφωνία κοινής ανατροφής.



Ο παραπάνω πίνακας αναλύει τα ποσοστά των διαζυγίων στη Σουηδία από το 2011 έως και τον Μάρτιο του 2021. Σύμφωνα με την ΣΤΑΤΙΣΤΑ, τα ποσοστά των διαζυγίων κορυφώθηκαν το 2013 με την γενικότερη εικόνα να δείχνει πως η συχνότητα των διαζυγίων είναι διπλάσια από τα αντίστοιχα στοιχεία στην Ελλάδα. Ωστόσο, η σύγκριση της Σουηδίας – και γενικότερα της σχετικής νομοθεσίας που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση- με την ελληνική πραγματικότητα δεν μπορεί να σταθεί και να χρησιμοποιηθεί ως ένα ισχυρό πειστήριο για την επιβολή της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας και την μεταβολή του Οικογενειακού Δικαίου. Και αυτό διότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει έναν ιδιαίτερο παράγοντα που εκλείπει (σε τόσο μεγάλο βαθμό) από την Σουηδία: αυτόν την έμφυλης βίας.


Φαίνεται πως ο η κυβέρνηση εθελοτυφλεί -ή ακόμη χειρότερα επιδεικνύει αδιαφορία- σχετικά με την βία που υφίστανται οι γυναίκες στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την πρώτη ετήσια έκθεση για την βία κατά των γυναικών από την Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων (ΓΓΟΠΙΦ), η οποία ερευνά και αποτυπώνει την κατάσταση της έμφυλης βίας στην χώρα- και ειδικότερα στην περίοδο της πανδημίας-, η Ελλάδα έχει να διανύσει μεγάλη απόσταση για την αποκατάσταση της ισότητας των φύλων. Τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν στο διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2020 έδειξαν πως 4.872 γυναίκες αναζήτησαν στήριξη από τα διαθέσιμα συμβουλευτικά κέντρα για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, με το 84% να καταγγέλλει πως βίωνε ενδοοικογενειακή βία.



Παράλληλα, στο ίδιο διάστημα οι κακοποιητικές αναφορές έδειχναν πως ο θύτης ανήκε στο στενό περιβάλλον των θυμάτων, με έναν στους δύο δράστες να αποτελεί τον σύζυγο (είτε πρώην είτε νυν) του θύματος. Μόλις το 28% των γυναικών έλαβε ψυχολογική υποστήριξη, ενώ το 26% δέχτηκε νομική βοήθεια.



Μία από τις κακοποιημένες γυναίκες που αναζήτησαν στήριξη θα μπορούσε να είναι και η Κωνσταντίνα Τσάπα, η οποία δολοφονήθηκε στις 5 Απριλίου στο Πήλιο από τον εν διαστάσει σύζυγό της. Ο στενός της κύκλος τονίζει πως ο δράστης πίστευε πως το παιδί που είχε με την Κωνσταντίνα δεν ήταν δικό του, ενώ απαιτούσε εμμονικά τεστ DNA για να επιβεβαιώσει τις υποψίες του. Η ίδια ακολούθησε όλα τα βήματα για να προστατευτεί από την κακοποίηση που συνέχιζε να βιώνει από τον πρώην σύντροφό της ακόμη και αφότου απευθύνθηκε στην δικαιοσύνη. Τελικά, ο ανεξέλεγκτος θύτης υπερέβη τον νόμο και τα περιοριστικά μέτρα που κατέθεσε εναντίον του εγκρίθηκαν πολύ αργά, την ημέρα της δολοφονίας της.



Αν το νομοσχέδιο Τσιάρα βρισκόταν ήδη σε ισχύ, η ζωή της Κωνσταντίνας και του δίχρονου παιδιού της θα συνεχιζόταν να βρίσκεται σε κίνδυνο, καθώς ο πρώην σύντροφός της θα εξαιρούταν από την επιμέλεια μόνο με αμετάκλητη καταδίκη, χωρίς να ισχύει καν η καταγγελία κακοποίησης. Πώς θα ορίζεται ,άραγε, η συνεπιμέλεια σε συνθήκες ενδοοικογενειακής βίας εφόσον η Ελλάδα έχει επικυρώσει από το 2018 την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η οποία απαγορεύει την επικοινωνία του παιδιού με τον κακοποιητικό γονέα του;



«Και θα πω αυτό που έπρεπε να πω από την πρώτη στιγμή: όλες οι επιστημονικές μελέτες κατατείνουν στο γεγονός ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν με τη φυσική παρουσία και των δύο φύλων και των δύο γονέων, είναι παιδιά με λιγότερα ψυχολογικά προβλήματα, είναι παιδιά με μικρότερες ή καθόλου παρεκκλίσεις, είναι παιδιά που προσαρμόζονται με πολύ μεγάλη ευκολία σε μια σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα»


Αυτή ήταν μία από τις παλαιότερες δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης τον Φεβρουάριο του 2020 αναφορικά με το πατριαρχικό πρότυπο οικογένειας που πρέπει να ισχύει, ώστε τα παιδιά να μεγαλώνουν «φυσιολογικά». Βλέπουμε, λοιπόν, πως το νομοσχέδιο της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας ήταν προμελετημένο εδώ και καιρό. Σε έναν ιδανικό κόσμο ίσως και να ήταν θεμιτή η υποχρεωτική συνεπιμέλεια. Όσο και αν ο κ. Τσιάρας, όμως, επιλέγει να εθελοτυφλεί και να κλείνει τα μάτια στην έμφυλη βία που μαστίζει την χώρα, τόσο η αναποτελεσματική παρέμβαση του κράτους στην αντιμετώπιση της κακοποίησης, η επιβαρυμένη γραφειοκρατική διαδικασία σε όλους τους κλάδους και τα στοιχεία ενδοοικογενειακής βίας που προκύπτουν καθημερινά θα αποδεικνύουν την ανικανότητά του να κουβαλάει αξιοπρεπώς την ευθύνη που φέρει η θέση του.


Δεδομένης της μονιμοποίησης του εγκλεισμού που έφερε η πανδημία και την σημαντική αύξηση της έμφυλης βίας στην διάρκεια της καραντίνας, πόσες άλλες Κωνσταντίνες πρέπει δολοφονηθούν μέχρι ο κ. Τσιάρας και κάθε υποστηρικτής του νομοσχεδίου να αντιληφθεί την πραγματικότητα ως έχει;


Το νομοσχέδιο Τσιάρα επικαλείται την αποκατάσταση της ισότητας των φύλων που έχει αλλάξει τον ρόλο και την θέση του πατέρα στην οικογένεια και άρα οφείλει να τον συμπεριλάβει υποχρεωτικά στην ζωή του παιδιού. Φαίνεται πως ο Δείκτης Ισότητας των Φύλων δεν συμμερίζεται την εικόνα που προωθεί το νομοσχέδιο της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων το 2019, ο 2020, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση ανάμεσα στα 28 κράτη-μέλη, με την Σουηδία να βρίσκεται στην κορυφή της λίστας.


Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει αγνοήσει και την ταξική διάσταση στο νομοσχέδιο Τσιάρα. Είναι πλέον γεγονός πως η οικονομική ύφεση που έχει επιφέρει η πανδημία της Covid-19 έχει κάνει 47 εκατομμύρια γυναίκες να βιώνουν την εργασιακή ανασφάλεια όσο ποτέ άλλοτε.



Σύμφωνα με την Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ILO), η παγκόσμια υγειονομική κρίση δυσχέρανε ακόμη περαιτέρω τις ανισότητες μεταξύ των φύλων στην μη αμειβόμενη εργασία. Παράλληλα, η εργασία μερικής απασχόλησης σε συνδυασμό με την φροντίδα των παιδιών στην τηλεργασία έχει κάνει την σύγχρονη εργαζόμενη μητέρα να εξαρτάται οικονομικά από τον σύζυγό της, με το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων να αυξάνεται σημαντικά. Πώς θα μπορούσε -μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο- να λειτουργήσει αποδοτικά η αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας που επιβάλει το νομοσχέδιο της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας;


Η πραγματικότητα μας δείχνει πως τόσο η ανισότητα των φύλων όσο και η ενδοοικογενειακή βία βρίσκονται μπροστά μας, μολύνοντας το περιβάλλον του παιδιού με μία άνευ προηγουμένου τοξικότητα. Άλλωστε, η συνεπιμέλεια προϋποθέτει τόσο την απουσία άσκησης ψυχολογικής πίεσης όσο και την έλλειψη οικονομικών εκβιασμών ανάμεσα στους γονείς για να έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Το ταξικό κριτήριο, λοιπόν, είναι εδώ και οφείλουμε να το λάβουμε σοβαρά υπόψιν.


Το μοντέλο της εναλλασσόμενης κατοικίας προτείνεται με την διάθεση ίσου χρόνου ανάμεσα στους γονείς και το παιδί -περίπου το 35%-, ενώ δεν συμπεριλαμβάνει στην πράξη το συμφέρον του παιδιού, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος η επιμέλεια να ασκηθεί εχθρικά και ανταγωνιστικά, εφόσον η συνεπιμέλεια θα επιβληθεί υποχρεωτικά και δεν γνωρίζουμε το κατά πόσο οι γονείς θα διατηρούν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Παράλληλα, η ισόχρονη -και όχι ισότιμη- επαφή του παιδιού με τους γονείς είναι πιθανό να μειώσει την διατροφή που κατέθετε ο πατέρας και να προσθέσει ακόμη ένα οικονομικό βαρίδιο στην μητέρα.


Η υποχρεωτική συνεπιμέλεια αποδεικνύει για ακόμη μία φορά την συντηρητική ιδεολογία που χαρακτηρίζει την κυβέρνηση, η οποία στην προσπάθειά της να μιμηθεί την επιτυχημένη διαχείριση των διαζευγμένων ζευγαριών σε χώρες-πρότυπο στην Ευρώπη (π.χ. Σουηδία), υιοθετεί μία εξιδανικευμένη εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας, που εκτός από διαστρεβλωμένη είναι και εγκληματική.


Η συνεπιμέλεια μπορεί να ακολουθεί το συμφέρον του παιδιού μόνο εφόσον είναι συναινετική, με βασική προϋπόθεση οι γονείς να είναι σε θέση συναποφασίζουν αρμονικά.

Η απόσυρση του νομοσχεδίου οφείλει να αποτελεί απαίτηση όλων μας.

556 προβολές0 σχόλια