Δημοσθένης Δαββέτας: Οι «μικρές ιστορίες» και η ιστορία του ανθρώπου που τις δημιούργησε

Συνέντευξη από: Κατερίνα Τόσκου


Ημέρα Σάββατο, προς το μεσημεράκι είχε ορισθεί το διαδικτυακό ραντεβού μου με τον κύριο Δημοσθένη Δαββέτα, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η συνέντευξή μας. Αφορμή αυτής της συνέντευξης στάθηκαν τα δύο νέα του βιβλία «ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΔΑΣ» και «ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΤΕΧΝΗΣ», τα οποία εκδόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο «διόπτρα». Έτσι λοιπόν, εγώ από την Ελλάδα και στην άλλη άκρη της γραμμής, ο κύριος Δημοσθένης Δαββέτας από την πρωτεύουσα της Γαλλίας, το Παρίσι, αρχίσαμε μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, γύρω από το συγγραφικό του έργο, τις τέχνες, τις εμπειρίες και τη ζωή του. Ο κύριος Δαββέτας, πάντα πρόσχαρος και ευγενικός δέχθηκε να απαντήσει σε όλες μου τις ερωτήσεις με χαρά και ακρίβεια.



Ξεκινώντας λοιπόν την κουβέντα μας, του ζήτησα να μου περιγράψει με λίγα λόγια την ιδέα που βρίσκεται πίσω από τα δύο νέα του βιβλία και τη μεταξύ τους σχέση απαντώντας μου περιεκτικά ότι:


«Καταρχήν όταν μιλάμε για μόδα, νομίζουμε όλοι ότι μιλάμε για κάποιους σχεδιαστές λίγο περίεργους, τους οποίους βλέπουμε στην ελληνική τηλεόραση και είναι όλοι τους ντυμένοι περίεργα και κάνουν απίθανες δηλώσεις. Η μόδα δεν έχει σχέση με αυτά τα πράγματα. Στην ελληνική τηλεόραση είναι περισσότερο θεατρικό σόου και μάλιστα όχι τόσο υψηλού επιπέδου. Η μόδα είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό. Έχει να κάνει με τη γλώσσα, την έρευνα, με την ίδια τη ταυτότητα του προσώπου, του οποίου ντύνεται και είναι παράλληλη της μοντέρνας τέχνης. Και τα δύο αναπτύχθηκαν κατά τη βιομηχανική εποχή. Είναι δημιουργήματα της βιομηχανικής εποχής. Ξεκινάν από το 1860, κυρίως με την Μπέλ Επόκ, δηλαδή αρχές του αιώνα μέχρι και σήμερα. Η μοντέρνα τέχνη βέβαια έχει κάνει τον κύκλο της και τελείωσε το 1974-1980, διότι μετά μπήκε στη ζωή μας αυτό που ονομάζουμε σύγχρονη τέχνη. Αντίστοιχο κύκλο έκανε και η μόδα, η οποία ενώ ξεκινάει στην αρχή ως υψηλή ραπτική, έπειτα γίνεται πρετ α πορτέ. Η μοντέρνα τέχνη σήμερα γίνεται σύγχρονη τέχνη και η μόδα γίνεται αντιστοίχως πρετ α πόρτε.


Και τα δύο έχουν σχέση με το νέο, αλλά το ερώτημα είναι κάθε νέο είναι μοντέρνο; Κάθε νέο είναι μόδα; Η απάντηση είναι όχι. Για να είναι κάτι νέο μοντέρνο πρέπει να ανήκει στη βιομηχανική εποχή, γιατί τότε δημιουργήθηκε η έννοια του μοντέρνου και της μόδας από ανθρώπους οι οποίοι, όπως ο Κάρολος Μπωντλαίρ ή ο Ντιντερό, υποστήριξαν αυτή την έννοια του μοντέρνου, το οποίο σημαίνει καινούργιο με την έννοια καινούργιου στο τώρα. Δηλαδή και η μόδα και η μοντέρνα τέχνη έχουν την ίδια καταγωγή. Προέρχονται από το λατινικό modus και modo. Modus σημαίνει «τρόπος» και modo σημαίνει «παρόν». Άρα και στις δύο περιπτώσεις συναντάμε τον «τρόπο», με την ερμηνεία ότι αλλάζουμε δηλαδή τρόπους στο παρόν. Και οι τρόποι αυτοί είναι μια μορφή έκφρασης είναι λόγος.


Ο Ρολάν Μπάρτ μιλούσε και έλεγε ότι η μόδα είναι κείμενο. Εγώ συμπληρώνω: είναι γραπτός λόγος όπως είναι και η μοντέρνα τέχνη. Δηλαδή, ο καλλιτέχνης μέσα από τα υλικά που χρησιμοποιεί, μέσα από τις εικόνες και μέσα από τον τρόπο που φτιάχνει τις εγκαταστάσεις ή τις περφόρμανς του, κάτι θέλει να μας πει. Αντίστοιχα, η μόδα μέσα από τον τρόπο που προτείνει να ντυθούν οι άνθρωποι άντρες ή γυναίκες, δίνει και σε αυτούς τη δυνατότητα να πουν κάτι μέσα από το ντύσιμό τους. Το αν φοράμε δηλαδή το μαύρο, το κίτρινο, το κόκκινο, το πλουμιστό ή το πλισέ κ.λπ. είναι ανάλογα με το πώς νιώθουμε εκείνη τη στιγμή και με το τι εικόνα θέλουμε να περάσουμε έξω προς τον κόσμο».


«Άρα, είναι ένα σημείο, έτσι;» διέκοψα για να επιβεβαιώσω κάποιες γλωσσολογικές σκέψεις. «Έτσι ακριβώς, είναι γλώσσα, το σημείο όπως και το σύμβολο είναι γλωσσικά στοιχεία, τα οποία πρέπει κάποιος να τα αναλύσει. Γλώσσα με την έννοια ότι αυτά που φοράω ή αυτά που ζωγραφίζω κάτι θέλουν να πουν, ακόμη και αν δεν είναι της άμεσης εικονογραφικής ερμηνείας».


Η ενδιαφέρουσα συζήτησή μας με παρακίνησε να ρωτήσω, εάν από εκείνη την εποχή άρχισε να έχει τόσο μεγάλη σημασία η εικόνα.

«Η εικόνα άρχισε να έχει μεγάλη σημασία από τη δεκαετία του 80 και μετά. Έχει να κάνει με αυτό που ονομάζουμε πρετ α πορτέ στη μόδα και αυτό που ονομάζουμε σύγχρονη τέχνη. Μέχρι να φτάσουμε αρχές της δεκαετίας του 80, η εικόνα είχε συμβολική διάσταση. Η υψηλή ραπτική που προϋπάρχει του πρετ α πορτε είναι περισσότερο μια γλώσσα συμβολική, συμβολίζει είτε τον βασιλιά, είτε την αριστοκρατία, είτε την ιστορία κ.λπ. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μοντέρνα τέχνη. Τα μεγάλα έργα της μοντέρνας τέχνης όπως του Πικάσο, του Νταλί, του Μιρό, όλα αυτά συμβολίζουν τα όνειρα, την ιστορία, το ασυνείδητο. Όμως, από τη δεκαετία του 80 και μετά άρχισε πια, στη μόδα και στη μοντέρνα τέχνη, να μπαίνει αυτό που ονομάζουμε επικοινωνία και αγορά». Ολοκληρώνοντας την ερώτηση ο κύριος Δαββέτας καταλήγει ότι «η αγορά και η επικοινωνία έχουν να κάνουν με την εικόνα, η οποία παύει πια να είναι σύμβολο, αλλά παίρνει τις διαστάσεις ενός σημείου που συμβολίζει. Άρα πλέον αποτελεί μια επικοινωνιακή δύναμη».



Με τη σειρά μου συνέχισα διαπιστώνοντας ότι «είναι πάρα πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά και γενικά οποίος διαβάζει τα βιβλία πιστεύω ότι θα του λυθούν πάρα πολλές απορίες αλλά τι σας παρακίνησε να γράψετε τις μικρές ιστορίες και γιατί ας πούμε τις συγκεκριμένες θεματικές, γιατί γνωρίζω πως είστε ένας άνθρωπος που έχει πάρα πολλά ενδιαφέροντα… αλλά γιατί αυτά τα δυο;»


«Δεν είναι μόνο αυτά τα δύο. Αυτά τα δύο είναι στη «διόπτρα». Αυτή είναι η συμφωνία με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο. Τον Οκτώβριο, βγαίνουν άλλα 4 με μιας στον «Κάκτο». Το ένα είναι η ιστορία του ντιζάιν, πάλι πρώτη φορά στην Ελλάδα, όπως η μόδα είναι η πρώτη φορά στην Ελλάδα, αλλά και η μοντέρνα τέχνη είναι η πρώτη φορά που έχουμε εκλαϊκευμένη, ή αν θέλετε πιο σωστά, εκδημοκρατισμένη γλώσσα και έκδοση. Δεν υπάρχει άλλο βιβλίο στην Ελλάδα για τη μοντέρνα τέχνη. Όλα είναι καθηγητών, δυσνόητα, τα οποία αφορούν τον καθηγητή και το αντικείμενο της δουλειάς του και τους φοιτητές. Ενώ εγώ ήθελα να γράψω κάτι για το ευρύ κοινό. Είναι το πρώτο βιβλίο μου της μοντέρνας τέχνης τέτοιο και το πρώτο βιβλίο βιβλιογραφικά για τη μόδα. Δεν υπάρχει κανένα βιβλίο για τη μόδα. Τίποτα».


Ως προσφάτως φοιτήτρια, δεν μπορούσα πέρα από το να συμφωνήσω ότι γενικά στην Ελλάδα υποφέρουμε γύρω από ζητήματα βιβλιογραφίας, είτε αυτή έχει να κάνει με το ευρύ κοινό ή για ακαδημαϊκή χρήση. Ο συγγραφέας μου τόνισε πως για αυτό και τα έγραψε και με ενδιαφέρον τον ρώτησα άμα θα δούμε συνέχεια στο συγγραφικό του έργο.


«Τον Οκτώβριο, όπως είπαμε προηγουμένως θα κυκλοφορήσουν άλλα 4 βιβλία, ένα εκ των οποίων είναι για το ντιζάιν. Επίσης βγαίνουν όλες οι συνεντεύξεις που είχα κάνει στην Λιμπερασιόν, γύρω απ’ όλη τη σύγχρονη τέχνη. Αμπράμοβιτς, Μπόις, Γουόρχολ… όλα αυτά μετά από 30 χρόνια που έχουν βγει στην Γαλλία, βγαίνουν επιτέλους στην Ελλάδα από τον «Κάκτο». Θα είναι ένα τεράστιο εγχειρίδιο, τόσο για τους απλούς ανθρώπους, όσο και τους ειδικευμένους φοιτητές. Έτσι, θα μπορούν να έχουν μια «ζωντανή» συζήτηση για τη δουλειά του κάθε καλλιτέχνη. Έπειτα, βγαίνει σε βιβλίο οι ελληνικές ρίζες του Ναπολέοντα, και τέλος βγαίνει ένα μυθιστόρημα, το οποίο ήταν προπομπός της εποχής που ζούμε, του Κορωνοϊού, το οποίο μιλάει για την καραντίνα, αλλά το θέμα του τότε ήταν η τρομοκρατία. Εξ αιτίας της τρομοκρατίας ο κόσμος όλος πέφτει σε καραντίνα και οι εξουσίες αποφασίζουν να ελέγξουν τη ζωή του καθενός».


«Είναι πολύ ευχάριστα αυτά τα νέα και με το καλό να τα διαβάσουμε! Άρα, από αυτό που καταλαβαίνω θέλετε να βοηθήσετε και τον ελλαδικό χώρο μέσα από τη δουλειά σας» διαπίστωσα.


«Κυρίως» απάντησε.


«Είναι πάρα πολύ ωραίο εγχείρημα και σας τιμά, γιατί οι περισσότεροι το αμελούν, είτε κοιτάζοντας να εκδώσουν κάτι εμπορικό για κερδοσκοπικό και μόνο λόγο, είτε αγνοώντας την διάσταση του προβλήματος».

«Στόχος μου ήταν και είναι να επιστρέψω στην Ελλάδα έστω και νεκρός. Πάντοτε αυτό ήθελα. Δεν με άφησαν να το κάνω, με εμπόδισαν τα συστήματα και τα κυκλώματα, με ανάγκασαν να μείνω στο εξωτερικό, όχι ότι δεν μου άρεσε το Παρίσι, αλλά πάντοτε ονειρευόμουν να κάνω πράγματα στην Ελλάδα. Δεν τα κατάφερα μέχρι τώρα, ελπίζω τώρα να τα καταφέρω» συμπλήρωσε με ήρεμη φωνή.


«Σας το εύχομαι και δεν είσαστε ο μόνος. Πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται, τότε, τώρα, ανεξαρτήτως της ηλικίας τους, να φεύγουν στο εξωτερικό, λόγω κυκλωμάτων αλλά και για να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους. Όταν βλέπουμε ότι η Ελλάδα δεν έχει γόνιμο έδαφος για αυτά, δεν είναι εύκολο. Αναγκάζεσαι μετά από ένα σημείο, είτε για εκπαιδευτικούς λόγους, είτε βιοτικούς. Συνεχίζοντας την συνέντευξη θα ήθελα να σας ρωτήσω αν τα βιβλία τα οποία έχετε γράψει στα γαλλικά, θα μεταφραστούν στα ελληνικά. Για παράδειγμα, θα μεταφραστεί το βιβλίο που γράψατε για τον Μέγα Αλέξανδρο;»

«Ναι. Ο Μέγας Αλέξανδρος βγαίνει τον Σεπτέμβριο, πριν από την κυκλοφορία των άλλων βιβλίων. Αν όλα πάνε καλά, βγαίνει από ένα μεγάλο περιοδικό, πανελλαδικής εμβέλειας, το οποίο θα το κάνει ένθετο» ενημέρωσε.


- «Αντιστοίχως θα υπάρξει μια κινητικότητα μετάφρασης των μικρών ιστοριών στα γαλλικά;»


- «Θα το ήθελα πολύ αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε πώς λειτουργούν οι εκδότες. Το πρόβλημα που έχει ένας συγγραφέας είναι, ότι δεν αποφασίζει αυτός πάντα για αυτό που θέλει. Εφόσον έχεις υπογράψει ένα συμβόλαιο με έναν εκδότη, είσαι και δέσμιος του εκδότη. Όσο δε ο εκδότης είναι πιο μεγάλος, τόσο πιο σφιχτά συμβόλαια κάνει. Άρα αν ο εκδότης δεν το κινήσει, δύσκολο να γίνει. Εκτός αν βρεθεί ένας εκδότης, και αυτός ο εκδότης έρθει και τον πιάσει τον άλλον και του πει εγώ τα θέλω να τα βγάλω στα γαλλικά. Εκεί ναι».


- «Σίγουρα, ο κόσμος των εκδόσεων έχει τον δικό του τρόπο και κώδικα. Αλλά θα χαρώ πολύ να μεταφραστούν γιατί πιστεύω ότι η δουλειά αυτή είναι πάρα πολύ ωραία και σίγουρα υπάρχουν Γάλλοι οι οποίοι θα επωφεληθούν από τη γνώση που μοιράζετε. Πιστεύω το μεγάλο ατού είναι ότι τα εξηγείτε πολύ απλά και περιεκτικά και έτσι ο κάθε άνθρωπος ανεξαρτήτως εθνικότητας θα μπορέσει να λάβει τις γνώσεις που του παρέχετε. Η επόμενη ερώτηση μου αφορά το ευρύ κοινό, τα βιβλία σας γενικότερα απευθύνονται στο ευρύ κοινό, το είπατε και εσείς προηγούμενος. Ποιοι είναι οι στόχοι σας λοιπόν ως συγγραφέας, τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με την συγγραφή βιβλίων, ο λόγος ήταν να δώσετε τις γνώσεις σας στο ευρύ κοινό; Τι βρίσκεται πίσω από όλο αυτό;»


- «Πίσω από όλο αυτό βρίσκεται μια μάχη που κάνω εγώ συχνά με αυτό που ονομάζουμε η ελίτ της γνώσης. Η ελίτ της γνώσης χρησιμοποιεί ένα πολύ κρυπτικό τρόπο γραφής. Για παράδειγμα πολλοί καθηγητές στα πανεπιστήμια, τι κάνουν; Έχουν έναν δικό τους κρυπτικό τρόπο γραφής, τον οποίο πρέπει να αποκρυπτογραφήσουν οι φοιτητές. Αυτός ο κώδικας δεν έχει πετύχει τίποτα καλύτερο παρά από το να παράγεται η γνώση μέσα μόνο από ομάδες ελίτ. Ενώ αντίθετα, η φιλοσοφική και η πολιτική μου άποψη είναι ότι η γνώση πρέπει να προσφερθεί στο κόσμο, ώστε να κεντρίσει τους ανθρώπους της καθημερινής ζωής, προκειμένου να νιώσουν ότι και αυτοί μπορούν να είναι χρήσιμοι και δημιουργικοί, κι όχι να είναι «βλάκες» στην άκρη, οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα από αυτά τα δύσκολα και δυσνόητα, τα οποία μόνο οι εκλεγμένοι τα καταλαβαίνουν.


Άρα λοιπόν, η διάθεση μου αυτή έχει πίσω της και πολιτική χροιά και αν θέλετε μια μικροεπαναστατική χροιά. Το να παίρνεις την γνώση, χωρίς να κάνεις έκπτωση από τη γνώση, χωρίς να εμπίπτεις της γνώσης και να την δίνεις με έναν τρόπο κατανοητό στο πλατύ κοινό, ουσιαστικά είναι μια πολιτική πράξη. Άρα, εγώ σαν πολιτικοποιημένο ον, θέλω να χρησιμοποιώ αυτή την προμηθεϊκή συμπεριφορά, να παίρνω δηλαδή από τα πολύ στενά κυκλώματα τη γνώση και να την εκδημοκρατικοποιώ, δίνοντάς τη στο πλατύ κοινό με στόχο την αναβάθμιση του κόσμου. Για αυτό και προτιμώ τον όρο εκδημοκρατισμός και όχι εκλαΐκευση, γιατί με τη λέξη «εκλαΐκευση» είναι σαν να παίρνεις τον κόσμο για φτωχούς στο πνεύμα, του τύπου ας το κάνω πιο λιανά για να καταλάβει τώρα ο άλλος. Ενώ στόχος μου είναι να προσφέρω τη γνώση χωρίς να έχει εκπέσει η γνώση, με τρόπο τέτοιο ώστε να νιώθει ο καθένας αναβαθμισμένος και να μπορεί να νιώθει και αυτός μέρος του παγκόσμιου παιχνιδιού της γνώσης».


- «Θα ήθελα να μου δώσετε κάποιες συμβουλές ως καθηγητής της φιλοσοφίας της τέχνης, αλλά και ως καλλιτέχνης, ζωγραφίζετε έχετε καλλιτεχνικές ανησυχίες… Τι συμβουλές θα δίνατε στου νέους που θέλουν να ασχοληθούν επαγγελματικά με τη μόδα και γενικά με την τέχνη; Υπάρχει μέλλον στους κλάδους αυτούς ή η αίγλη των τεχνών ανήκει στην ιστορία;» ρώτησα περιμένοντας με ανυπομονησία την απάντηση.



- «Υπάρχει, με μια διαφορά. Θα πρέπει να υπάρχουν δυο στοιχεία. Πρώτον, θα πρέπει να υπάρχει η τεράστια ανάγκη, όχι απλά επιθυμία, έκφρασης μέσα από αυτόν τον τρόπο της μόδας ή της τέχνης και δεύτερον να καταλάβουν ότι πια και η μόδα και η τέχνη, δεν είναι μόνο δημιουργία, δεν είναι μόνο ιδέες και γλώσσα, αλλά είναι και επικοινωνία. Άρα, θα πρέπει να χρησιμοποιούν και στοιχεία, τα οποία θα τους βοηθούν να γίνει γνωστή η δουλειά τους, διότι αν έχουν ταλέντο χωρίς να μπορούν να μπουν στην επικοινωνία, κινδυνεύει το έργο τους να μη γίνει γνωστό. Αυτή είναι η συμβουλή μου, αλλά προσοχή ξανά λέω, να είναι ανάγκη όχι επιθυμία. Αν είναι μόνο επιθυμία τότε θα διακινδυνεύσουν πολλά, γιατί μια επιθυμία είναι κάτι που φεύγει και έρχεται και επιθυμίες υπάρχουν πολλές. Ανάγκες όμως βασικές, όπως είναι οι βιοτικές, είναι λίγες. Θα πρέπει λοιπόν η έκφραση για να γίνουνε ζωγράφοι ή καλλιτέχνες ή σχεδιαστές μόδας κ.λπ. πρέπει να συνδυάζονται με το στοιχείο της επιβίωσης. Αλλιώς να μη το κάνουν να γίνουν θεωρητικοί».


- «Αυτή η ερώτηση μού ήρθε στο μυαλό σκεπτόμενη αυτό που ακούγεται πολλές φορές από πολλούς του τύπου αν θες να ασχοληθείς με τις τέχνες ασχολήσου ως χόμπι και όχι ως κύριο επάγγελμα, διότι θα πεινάσεις αν ασχοληθείς με αυτές».

- «Μα έτσι είναι για τους περισσότερους, αλλά όχι για τους λίγους. Οι λίγοι, οι σχετικά λίγοι, αυτοί οι οποίοι θα καταφέρουνε με το πάθος τους και με το αίσθημα ανάγκης της επιβίωσης να μπούνε σε αυτούς του χώρους, θα μπορέσουν να ζήσουν από τη δουλεία τους. Για παράδειγμα ο Αλέκος Φασιανός, ο Μυταράς, ο Τσόκλης, αλλά και άλλοι ζωγράφοι που είναι γνωστοί στον διεθνή χώρο, ζουν και μάλιστα πλουσιοπάροχα από τη δουλειά τους. Είναι όμως 30 ή 40 μεταξύ των χιλιάδων, οι οποίοι έχουν τελειώσει σχολές καλών τεχνών».


- «Προχωράω κρατώντας αυτές τις συμβουλές. Θα ήθελα να κάνω τώρα μια άλλη ερώτηση. Όπως αναφέρετε στα βιβλία σας, έχετε γνωρίσει σπουδαίες προσωπικότητες, τόσο στο χώρο της μόδας, όσο και της τέχνης. Ποιους ανθρώπους λοιπόν ξεχωρίσατε και γιατί;»

- «Πρώτον από όλους, ξεχωρίζω τον Γίοζεφ Μπόις, γιατί μου έδωσε την δύναμη της επανάστασης του πνεύματος. Ήταν ένας καθαρά πνευματικός άνθρωπος, ο οποίος είδε την τέχνη σαν ένα πνευματικό εργαλείο γλώσσας και επαναστάτησε εναντίον της παραδοσιακής τέχνης, αλλάζοντάς την τελείως. Έκανε τα πάντα, άλλαξε τα πάντα. Υπήρξε και δάσκαλός μου, και σαν δάσκαλός μου και φίλος μου αργότερα, επέδρασσε καθοριστικά στη συνέχεια της πορείας μου. Κατά δεύτερο λόγο, ξεχωρίζω τον Άντι Γουόρχολ, γιατί ήταν αυτός ο οποίος μου δίδαξε τι σημαίνει απομυθοποίηση του ιερού και ηρωοποίηση του καθημερινού».


- «Πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσες προσωπικότητες» είπα πηγαίνοντας στην προτελευταία μου ερώτηση. «Πώς περνάτε τον χρόνο σας όταν δεν ασχολείστε με την συγγραφή βιβλίων; Ποια είναι τα πλάνα σας για το άμεσο μέλλον;»


«Έχω λίγο προσωπικό χρόνο, ο προσωπικός χρόνος βγαίνει λίγο στην οικογένειά μου, λίγο στην γυμναστική και βέβαια ψάχνοντας πάντα να βρω τον έρωτα. Κάποτε τον βρίσκω και μου φεύγει. Τον ξανακυνηγάω, τον ξαναπιάνω και μου ξαναφεύγει. Τώρα τον κυνηγάω και τον ψάχνω. Ελπίζω αυτή την φορά, αν τον βρω και τον συναντήσω, να τον φυλακίσω και να μη μου ξαναφύγει».

- «Είχα φυλάξει για το τέλος την ερώτηση αν υπάρξει συνέχεια στις «μικρές ιστορίες…»


- «Ναι όπως είπαμε θα υπάρξει, αυτά τα τέσσερα από τις εκδόσεις «Κάκτος» και στη συνέχεια έχω προγραμματίσει να βγάλω, ακόμη δεν ξέρω όμως πού, μια σειρά φιλοσοφικών βιογραφιών για μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Νίτσε, ο Σοπενχάουερ κ.ά. Μια σειρά από πορτρέτα που αφορούν καλλιτέχνες όπως ο Πικάσο, ο Νταλί κ.ά., και μία ακόμη σειρά από πορτρέτα που αφορούν βιογραφίες σχεδιαστών μόδας, δηλαδή του Ιβ Σεν Λοράν, Κοκό Σανέλ κ.ά. σε μικρά βιβλία. Επίσης συμμετέχω και σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής. Συμμετέχω ήδη σε μια έκθεση στην Αθήνα, που λέγεται «Vintage», μετά γυρίζω Αθήνα στις 13 του μηνός, γιατί θα πρέπει να μιλήσω στο «Mega». Μετά θα φύγω στην Κρήτη που συμμετέχω σε άλλη μια έκθεση, και μετά πηγαίνω στη Ρώμη καπάκι για μια άλλη έκθεση. Έπειτα θα γυρίσω και θα κάτσω ένα μήνα, χωρίς να μετακινηθώ, στην αγαπημένη μου Κέρκυρα ζώντας μόνος, αλλά πάντα δημιουργικός» κλείνει και τη τελευταία ερώτηση ο συγγραφέας.


- «Κάπου εδώ έχουμε φτάσει στο τέλος της συνέντευξής μας, εγώ αυτό που εύχομαι είναι πραγματικά όλα σας τα όνειρα να βγουν πραγματικότητα, γιατί το αξίζετε. Είσαστε ένας εργατικός άνθρωπος και μοναδικός και προσωπικά «πάω» τους ανθρώπους που σκέφτονται το κοινό καλό, το όλον της κοινωνίας, όχι μόνο για την Ελλάδα, τώρα τυχαίνει να είστε ένας μεταξύ των Ελλήνων, αλλά θαυμάζω όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως εθνικότητας που προσπαθούν να προσφέρουν με τον τρόπο τους ό,τι μπορούν για να κάνουν το κόσμο έναν ομορφότερο μέρος μοιράζοντας τη γνώση απλόχερα» έκλεισα λέγοντας την αντικειμενική άποψή μου.


Ήταν μια ευχάριστη και εποικοδομητική συζήτηση. Ο κύριος Δαββέτας περιεκτικά, απάντησε σε όλες μου τις ερωτήσεις. Μη διστάσετε να διαβάσετε τα νέα του βιβλία. Είναι ανάλαφρα βιβλία που με γραμμική αφήγηση, απλό στυλ γραφής και λεξιλόγιο κάνει προσιτή στο ευρύ κοινό τα βασικά στοιχεί της μόδας και της σύγχρονης τέχνης δίχως να κουράζει ή να προκαλεί σύγχυση. Αν σας αρέσουν τέτοιες θεματικές αξίζει να διαβάσετε τα δύο αυτά βιβλία, καθώς και να αναμένετε τις νέες κυκλοφορίες.




Ο Δημοσθένης Δαββέτας γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έχει Διδακτορικό στην Αισθητική από το University of Paris VIII. Είναι καθηγητής στο IESA στο Παρίσι και δίνει διαλέξεις για την ποίηση και τη μοντέρνα τέχνη στο University of Paris IV. Δίδαξε επίσης Φιλοσοφία της Τέχνης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, το Πανεπιστήμιο Πειραιά, το Strate Ecole de Design των Σεβρών και το Creapole στο Παρίσι. Επιπλέον, έχει δώσει σεμινάρια για τη Φιλοσοφία της Τέχνης στην Ecole des Beaux-Arts στο Παρίσι και σεμινάρια για τη Φιλοσοφία των Εφαρμοσμένων Τεχνών στη Σχολή Μηχανικών στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Δίνει διαλέξεις σε πολλές σχολές Τέχνης και πανεπιστήμια.

70 προβολές0 σχόλια