Με την Βάνα Μπάρμπα ή τον Σπύρο Μιχαλόπουλο;

Γράφει η Κυριακή Μπλόσκα


Το κουβάρι των αποκαλύψεων, αναφορικά με τις καταγγελίες για σεξουαλική βία που βγήκαν στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια του ελληνικού #MeToo, δεν σκοπεύει να βάλει την τελεία που τόσο αβίαστα έχουμε μάθει να τοποθετούμε στα περιστατικά κακοποίησης που ανά διαστήματα κατακλύζουν την επικαιρότητα. Δυστυχώς για τον Πέτρο Φιλιππίδη -και ευτυχώς για όλους μας- οι κατηγορίες σε βάρος του για την σεξουαλική βία και παρενόχληση γυναικών στον χώρο του θεάματος δεν άργησαν να κατατεθούν στον εισαγγελέα ως καταγγελίες, με τον ηθοποιό να κατηγορείται για έναν βιασμό και δύο απόπειρες βιασμού.


Φυσικά, ο ίδιος αρνείται όλες τις κατηγορίες και δηλώνει πως είναι θύμα συκοφαντικής δυσφήμισης κάνοντας πράξη το ρητό που λέει ότι η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα. Συγκεκριμένα, στην προσπάθειά του να διευκολύνει την ήδη επιβαρυμένη εικόνα του, αλλά και να πείσει πως δεν υπήρξε ποτέ παρενόχληση εκ μέρους του, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει πως διατηρούσε στενή σχέση με ένα από τα θύματά του, την Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους. Η ίδια, ωστόσο, δήλωσε πως είχε δεχτεί σεξουαλική παρενόχληση από τον Πέτρο Φιλιππίδη ενόσω συνεργάζονταν στην ίδια θεατρική παράσταση το 2001, ενώ φαίνεται εξοργισμένη με τις πρόσφατες δηλώσεις του κατηγορούμενου.


Τελικά, οι δηλώσεις του όχι μόνο δεν διευκόλυναν την θέση του αλλά κατάφεραν να ενσαρκώσουν τον ορισμό της κουλτούρας βιασμού, όπου η ευθύνη και η βία δεν καταλογίζεται ποτέ στον θύτη παρά στιγματίζει τα θύματα. Μάλιστα, το γεγονός πως έφερε ως μάρτυρα υπεράσπισης την σύζυγό του, Ελπίδα Νίνου, για την επιβεβαίωση της υποτιθέμενης συναινετικής εξωσυζυγική σχέσης με την ηθοποιό Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους, αποδεικνύει πως το ξέπλυμα των βιαστών έχει γερές ρίζες.


Με τον θύτη ή με το Θύμα;

Με μία πρώτη ανάγνωση θα μπορούσαμε να πούμε πως οι αντιδράσεις που προέκυψαν με αφορμή την παραπάνω είδηση είναι πάνω-κάτω παρόμοιες. Δεν χρειάζεται, όμως, ιδιαίτερη προσοχή για να δούμε πως ο τρόπος που αντιδράμε στα εγκλήματα σεξουαλικής βίας κατά βάση κινείται ανάμεσα σε δύο αρκετά διακριτές θέσεις. Η μία πλευρά αναγνωρίζει πως το λιγότερο που μπορεί να κάνει είναι να στέκεται με το μέρος του θύματος -όπως βλέπουμε να συμβαίνει με τον σκηνοθέτη Σπύρο Μιχαλόπουλο-, ο οποίος υπερασπίζεται την Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους και ανέφερε χαρακτηριστικά πως «είναι ανήθικο αυτό που κάνει ο κύριος Φιλιππίδης».



Στην αντίθετη όχθη βρίσκεται η ηθοποιός Βάνα Μπάρμπα, η οποία σε δημοσίευσή της στο προφίλ που διατηρεί στο Facebook πήρε το μέρος του Πέτρου Φιλιππίδη και δήλωσε γεμάτη αυτοπεποίθηση «κάτω τα χέρια από τον Πέτρο Φιλιππίδη. Αρκετά πια», ενώ λίγους μήνες νωρίτερα είχε υπερασπιστεί και τον Γιώργο Κιμούλη λέγοντας πως «θα χτύπαγα την πόρτα του Κιμούλη... Ένας τόσο μεγάλος ηθοποιός, ένας άνθρωπος που ήταν πρότυπο για όλους μας... Κάποιες κακές στιγμές δεν αναιρούνε την ιστορία κάποιων ανθρώπων. Θα ήταν μεγάλη μου τιμή αν μπορούσα να κάνω και να μάθω κάτι μαζί με τον Γιώργο Κιμούλη».



Φυσικά, δεν παρέλειψε να μας υποδείξει πως μόνο οι ατάλαντοι άνθρωποι είναι ικανοί να ξεπεράσουν τα όρια και να ασκήσουν σοβαρά αδικήματα. Τόσο οι παραπάνω δηλώσεις, όσο και η παρόμοια στάση της υπουργού πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, - η οποία ένιωθε εξαπατημένη από το «υποκριτικό ταλέντο» του Δημήτρη Λιγνάδη- με κάνει να αναρωτιέμαι τι πηγαίνει τόσο λάθος στην Ελλάδα, ώστε το ξέπλυμα των βιαστών να έχει νορμαλοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, όπου δεν μπορούμε καν να αναγνωρίσουμε πως με το να μένουμε αμέτοχοι ή με το να αρνούμαστε να αναλάβουμε την ευθύνη των πράξεών μας, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να ενισχύουμε την αλαζονεία του κακοποιητή και να βυθίζουμε στην απελπισία τα θύματα. Δυστυχώς, η πραγματικότητα μας δείχνει πως έχουμε μάθει να σεβόμαστε όλες τις άλλες απόψεις, εκτός από εκείνη του θύματος και έτσι διαιωνίζουμε τον φαύλο κύκλο της κακοποίησης έχοντας την συνείδησή μας «καθαρή».


Τι ήταν τελικά αυτό που έκανε ο Φιλιππίδης;


Όσο και αν με ικανοποιεί -προς το παρόν- η νομική εξέλιξη της υπόθεσης, υπάρχει κάτι που με προβληματίζει βαθιά στην όλη κατάσταση. Μέρα με τη μέρα παρακολουθούμε την υπόθεση που αφορά τον Πέτρο Φιλιππίδη να ξετυλίγεται με μία εκκωφαντική σιωπή, ενώ απουσιάζει η κατακραυγή του θύτη από τον κόσμο που λίγους μήνες νωρίτερα δήλωνε πως έπεσε από τα σύννεφα και πως έχασε κάθε σεβασμό στο πρόσωπο του γνωστού ηθοποιού. Παρόλα τα δημοσιεύματα που κοινοποιούνται σε καθημερινή σχεδόν βάση και επιβεβαιώνουν την τοξικότητα της κουλτούρας βιασμού, φαίνεται πως τελικά δεν μας πολυενδιαφέρει το ζήτημα. Ίσως επειδή έχουμε μάθει να μην αναζητούμε την ρίζα του προβλήματος και μας βολεύει να χανόμαστε στη μετάφραση. Ίσως επειδή δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ατροφήσουμε το πρόβλημα στην ρίζα του και απλώς ανακυκλώνουμε την τοξικότητα που βρήκαμε μπροστά μας.


Το μόνο σίγουρο είναι πως έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε τα εγκλήματα σεξουαλικής βίας σαν ένα μακρινό, μεμονωμένο περιστατικό που «τυχαίνει» σε ένα συγκεκριμένο είδος γυναικών. Το προφίλ των θυμάτων περιλαμβάνει τις γυναίκες «χαμηλού ήθους», εκείνες που «προκαλούν» με το ντύσιμό τους, εκείνες που δεν υιοθέτησαν το πρότυπο μιας καλής νοικοκυράς, μιας άβουλης ύπαρξης που πρέπει να καταπιέζει διαρκώς τις ανάγκες της για να εξασφαλίσει την αποδοχή και τον σεβασμό από τον περίγυρό της. Το κακό φυσικά δεν σταματά εδώ.



Στην εξαιρετική περίπτωση, όπου η γυναίκα που δέχτηκε την σεξουαλική επίθεση ή κακοποίηση ήταν γνωστή στο ευρύ κοινό, τότε είναι δεδομένο πως εκμεταλλεύεται την προβολή που θα φέρει η καταγγελία της για να κερδίσει περισσότερα χρήματα. Αν πάλι η γυναίκα ήταν άγνωστη, δεν έδινε «δικαιώματα» στη γειτονιά, αλλά άργησε να μιλήσει, δεν κατάφερε να αμυνθεί ή πάγωσε, τότε ήταν άξια της μοίρας της. Με λίγα λόγια, κατηγορούμε τις γυναίκες που μάλλον «τα ήθελαν και τα έπαθαν» και αγνοούμε πως είμαστε σημαντικό μέρος του προβλήματος. Εθελοτυφλούμε με το να θεωρούμε πως θα καταπολεμήσουμε την σεξουαλική βία μαθαίνοντας πολεμικές τέχνες στα κορίτσια ή ασκώντας σωματική βία στον θύτη για να «στρώσει», καθώς δεν εμπιστευόμαστε ούτε το νομικό σύστημα της χώρας μας ή έχουμε αμφιβολίες για το κατά πόσο θα απονεμηθεί τελικά η δικαιοσύνη.


Για να ατροφήσει η κουλτούρα του βιασμού δεν χρειαζόμαστε δυσεύρετα υλικά. Αρκεί να αντιμετωπίσουμε τον ελέφαντα στο δωμάτιο, που δεν είναι άλλος από την παραδοχή πως τόσο ο σεξισμός όσο και η απόσταση που έχουμε μάθει να κρατάμε σε κάθε βίαιη ή παρεμβατική συμπεριφορά είναι εγκληματική. Γιατί είναι δική μας δουλειά να πάρουμε θέση όταν βλέπουμε ή γνωρίζουμε ότι ένα κοντινό μας πρόσωπο κακοποιείται. Γιατί πρέπει να ανακατευτούμε όταν μία κοπέλα παρενοχλείται στην δουλειά, στα μέσα μεταφοράς, στον δρόμο, ακριβώς επειδή δεν φυτρώσαμε ξαφνικά, αλλά μεγαλώσαμε με την φυσικοποίηση της κουλτούρας του βιασμού και οφείλουμε να αναλάβουμε την ευθύνη που μας αναλογεί.


Γιατί οφείλουμε να κόψουμε από τη ρίζα την νοοτροπία που κανονικοποιεί το ξέπλυμα των βιαστών και να πάψουμε να βρίσκουμε ελαφρυντικά στις κακοποιητικές συμπεριφορές που θρέφουν τους επόμενους επίδοξους βιαστές. Πρέπει πια να αντιληφθούμε πως όσο αρνούμαστε να αναλάβουμε την προσωπική μας ευθύνη στην αναπαραγωγή της κουλτούρας του βιασμού, τόσο θα συνεχίζουμε να είμαστε σημαντικό μέρος του προβλήματος.

.

Εσύ, ποιο στρατόπεδο θα διαλέξεις;

72 προβολές0 σχόλια