Νέοι προορισμοί πολιτιστικής κληρονομιάς ανοίγουν στην Αθήνα αυτό το καλοκαίρι

Γράφει η Κατερίνα Τόσκου


Το καλοκαίρι, μόλις οι υγειονομικές συνθήκες το επιτρέψουν, θα ακολουθήσει το άνοιγμα των μουσειακών χώρων. Για αυτό το καλοκαίρι λοιπόν, το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού υπόσχεται νέες προσθήκες στους μουσειακούς χάρτες της Αττικής. Με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα, όπως το τσιμέντωμα της Ακρόπολης, η ανακαίνιση της Εθνικής Πινακοθήκης και με την ακόμα πιο πρόσφατη μεταξύ άλλων ολοκλήρωση των εργασιών αναμόρφωσης του πρώην δημόσιου Καπνεργοστασίου στην Αθήνα, μου γεννήθηκε το εξής ερώτημα: Άραγε το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού άρχισε επιτέλους να καταλαβαίνει το πόσο σημαντική είναι η διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς ή πρόκειται για έργα που έχουν ως στόχο να «θολώσουν τα νερά» περί αδιαφορίας του κρατικού μηχανισμού για έλλειψη μέριμνας, ειδικά για κτίρια ιστορικής και αρχιτεκτονικής σημασίας;


Το Δημόσιο Καπνεργοστάσιο – Βιβλιοθήκη και Τυπογραφείο της Βουλής των Ελλήνων




Ειδικότερα, πριν λίγες μέρες έφτασε στο τέλος η ανακαίνιση του πρώην Δημόσιου Καπνεργοστασίου – Βιβλιοθήκη και Τυπογραφείο της Βουλής από τον οργανισμό ΝΕΟΝ, κόστος που ανήλθε σε περίπου 1,2 εκατομμύρια ευρώ. Σκοπός του προγράμματος είναι η φιλοξενία του Πολιτιστικού Προγράμματος Σύγχρονης Τέχνης 2021, το οποίο θα διεξαχθεί από τις 12 Ιουνίου μέχρι το Δεκέμβριο 2021. Όλη η ανακαίνιση πραγματοποιήθηκε με τη χρηματοδότηση του ΝΕΟΝ και του ιδρυτή του κ. Δημήτρη Δασκαλόπουλο, με στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονου πολιτιστικού και κοινωνικού χώρου, προσιτού για όλους τους πολίτες. Μάλιστα, στα πλαίσια της συνεργασίας της Βουλής και του ΝΕΟΝ για τη διεκπεραίωση του έργου, θα φιλοξενηθεί στο χώρο η έκθεση σύγχρονης τέχνης Portals | Πύλη.



Το κτίριο βρίσκεται στην Αθήνα και πιο συγκεκριμένα επί της οδού Λένορμαν 218. Συνολικά το κτίριο αποτελείται από 19.000 τ.μ. και το μεγαλύτερο μέρος του καλύπτεται από τη Βιβλιοθήκη και το Τυπογραφείο της Βουλής. Η πρόσφατη αναμόρφωση έγινε στην ισόγεια βόρεια-βορειοδυτική πτέρυγα του κτιρίου, του αίθριου και του κτιρίου του παλιού τελωνείου, χώροι οι οποίοι φτάνουν περίπου τα 6.500 τ.μ. και μέχρι πρότινος παρέμεναν κλειστοί και ανεκμετάλλευτοι.



Μια επιδερμική αναφορά στην ιστορία του κτηρίου.


Το 1928, το ελληνικό δημόσιο με δικά του έξοδα άρχισε να χτίζει το Δημόσιο Καπνεργοστάσιο, το οποίο λειτούργησε το 1930. Τότε, η διεθνής οικονομική κρίση είχε ήδη αρχίσει να επηρεάζει τις ελληνικές εξαγωγές καπνού προς το εξωτερικό με αποτέλεσμα πολλοί Έλληνες καπνέμποροι να έρθουν σε πολλή δύσκολη οικονομική θέση. Επόμενο ήταν οι καπνοπαραγωγοί και καπνεργάτες να βιώσουν συνθήκες πραγματικής ένδειας. Σε διάρκεια 65 χρόνων λειτουργίας, το Καπνεργοστάσιο στέγασε 25 βιομηχανίες παραγωγής τσιγάρων. Πιο συγκεκριμένα, στον επάνω όροφο γινόταν η παραγωγή και στο ημιυπόγειο βρίσκονταν οι αποθήκες καπνού προς ενοικίαση στους καπνέμπορες της Ελλάδας. Προφανώς, το εργατικό δυναμικό του Καπνεργοστασίου αποτελούταν από ειδικό προσωπικό, Έλληνες και μη, ειδικευμένο στην διαχείριση του καπνού από την παραγωγή του, μέχρι την επεξεργασία του. Επιπρόσθετα, το πρόσφατα ανακαινισμένο υαλοσκεπές αίθριο του κτηρίου, αποτελούσε για την εποχή του ένα τολμηρό αρχιτεκτονική επίτευγμα.


Γενικά στην Αττική



Μόλις οριστεί η επαναλειτουργία των μουσειακών χώρων, όσοι επισκεφτούν την Αθήνα θα έχουν τη χαρά να απολαύσουν και νέους μουσειακούς προορισμούς. Μεταξύ άλλων, στην οδό Μαυρομιχάλη 6, ως παράρτημα του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου πρόκειται να λειτουργήσει το Μέγαρο Λοβέρδου-Τσίλλερ, κτίριο επίσης σημαντικής αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας. Επίσης, τμηματικά θα αποδίδονται τα 19 κτίρια του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας στη γειτονιά του 19ου αιώνα που βρίσκεται ανάμεσα στην Αρχαία και Ρωμαϊκή Αγορά. Ένα από τα κτίρια που θα λειτουργήσει ως παράρτημα του μουσείου είναι και το Κέντρο Χειροτεχνίας στις εγκαταστάσεις της Βιοτεχνίας Ελληνικών Μαντιλιών.



Το συμπέρασμα


Όπως είναι ευρέως γνωστό η Ελλάδα έχει την ευχή και την κατάρα να σηκώνει στις πλάτες της ένα μεγάλο βαθμό άυλης και υλικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Ευχή, διότι όλη αυτή η ιστορία έχει προσφέρει σημαντικούς καρπούς στον σύγχρονο πολιτισμό και κατάρα, διότι τόσο η άυλη, όσο και η υλική πολιτιστική κληρονομιά της απαιτούν προστασία έναντι της λήθης και της τριβής του χρόνου. Βέβαια, κάθε προσπάθεια διατήρησης, αναστήλωσης και γενικότερα προστασίας πολιτιστικής κληρονομιάς είναι ευπρόσδεκτη σε μία χώρα σαν την Ελλάδα, στην οποία οι συνέπειες της οικονομικής και υγειονομικής κρίσης είναι αντιληπτές στην οικονομία της. Ωστόσο, δίνεται η εντύπωση ότι τα σχέδια πολιτιστικής αφύπνισης αφορούν περισσότερο την Αθήνα, παρά άλλες πόλεις.


Φυσικά, είναι λογικό τα μάτια να πέφτουν πάνω στην Αθήνα, ως πρωτεύουσα του κράτους, όμως και οι υπόλοιπες πόλεις έχουν σημαντικά στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς που κρίνεται απαραίτητο να προφυλαχθούν. Εν μέρη είναι κατανοητό, ότι οι μικρές πόλεις υστερούν της κυβερνητικής προσοχής, όμως, η Θεσσαλονίκη, αν και συμπρωτεύουσα «υποφέρει» από αμέλεια, κυρίως σε θέματα που αφορούν τα ιστορικά της κτίρια. Πιο συγκεκριμένα, πολλά ανενεργά βιομηχανικά και διατηρητέα κτίρια βρίσκονται στο έλεος της φθοράς, καθώς δεν υπάρχει ούτε συστηματική καταγραφή τους, ούτε κάποιος «ικανός» ιδιοκτήτης για την συντήρησή τους.



Γενικά η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με άλλες χώρες στην διαφύλαξη και κατ’ επέκταση προώθηση του πολιτισμού της, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Με μια ματιά στην επίσημη ιστοσελίδα του αρμόδιου Υπουργείου καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει ελλιπής οργάνωση και ενημέρωση. Μάλιστα, διάφορες έρευνες που αφορούν τον πολιτισμό έχουν να γίνουν από το 2017, ενώ είναι αξιοσημείωτη η φθορά και η αμέλεια διατήρησης υλικής πολιτιστικής κληρονομιάς, κυρίως αρχιτεκτονικού χαρακτήρα σε όλη τη χώρα. Αυτό οδηγεί σε ένα συμπέρασμα, η Ελλάδα του 21ου αιώνα δεν φαίνεται να νοιάζεται ιδιαίτερα για την διαφύλαξη και κατ’ επέκταση τη διατήρηση της υλικής ως επί των πλείστων κληρονομιάς της, αγνοώντας την σημαντική αξία της παγκοσμίως. Είναι σεβαστό, ότι η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει πολύ τις κυβερνητικές προτεραιότητες, αλλά πάντα με μικρές και μεθοδικές κινήσεις, καθώς και με σωστή στρατηγική και σειρά προτεραιοτήτων μπορούν να επιτευχθούν πολλοί στόχοι.


Το μόνο σίγουρο είναι ότι με τις νέες κινήσεις αναβάθμισης της πολιτιστικής εικόνας της Αθήνας θα αναδειχθεί η μακρινή ιστορία της πόλης με έναν αέρα ανανέωσης. Ας ελπίσουμε ότι τα σχέδια του υπουργείου έχουν προγραμματίσει μία εξίσου σημαντική αναζωογόνηση και για άλλες περιοχές.

23 προβολές0 σχόλια