Οι παιδεραστές, οι ποινές και τα ηθικά διλήμματα

Γράφει η Δήμητρα Χαρέλη


Κεφάλαιο Παιδεραστία


Ίσως το ένα και μοναδικό ζήτημα που συγκεντρώνει κάθετη ομοφωνία και πλήρη ταύτιση απόψεων το τελευταίο διάστημα στην ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενες πράξεις και φαντασιώσεις που εμπεριέχουν σεξουαλική δραστηριότητα με παιδιά. Ένας πλήρης ορισμός του φαινομένου δεν θα μπορούσε να παραλείψει περιπτώσεις ατόμων που ποτέ δεν έχουν επιχειρήσει να προβούν σε πράξη και αντιμετωπίζουν με παθητικότητα τέτοιου είδους ενδόμυχες έλξεις, τις οποίες έχουν αναγνωρίσει στον εαυτό τους. Σε κάθε περίπτωση, τέτοια ζητήματα ξεπερνούν κάθε ηθική και ανθρώπινη - διαχωριστική γραμμή - και διώκονται ποινικά από το νόμο.



Μεταξύ όλων των άλλων, στο κάδρο της επικαιρότητας τοποθετήθηκαν καταγγελίες σχετικής θεματολογίας προκαλώντας έκρηξη συναισθημάτων, όπως αυτών του θυμού ή της δυσφορίας στη συνείδηση της κοινής γνώμης. Δεν χρειάστηκε η ταμπέλα του γονέα ή του εκπαιδευτικού για να αγγίξουν τέτοια περιστατικά κάθε ανθρώπινη πτυχή και συνείδηση. Αν και η ανακοίνωση τους κύλισε με ρυθμό ντόμινο, ξεπροβάλλοντας αβίαστα πλήθος καταγγελιών στο φως της δημοσιότητας, εξακολουθεί να παραμένει ακόμα μικρό το ποσοστό τους και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται σε πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Για ποια πραγματικότητα μιλάμε όμως;


Τη δεδομένη στιγμή οι περιπτώσεις παιδεραστίας στη χώρα μας υπολογίζονται περίπου στις 60.000, αριθμός που θα έπρεπε να προκαλεί προβληματισμό σχετικά, όχι τόσο με την εθνική αλλά με την ανθρώπινη μας ταυτότητα. Αυτή η άγνωστης προέλευσης ορμή έχει τις ρίζες της στον βαθύτερο ψυχικό και ταυτόχρονα βιολογικό κόσμο του ατόμου. Νούμερα τα οποία στον μέσο πολίτη είναι άγνωστα και αυτή η άγνοια είναι ικανή μόνο να ενισχύσει τέτοιου είδους εγκλήματα.



Θύτες υπεράνω πάσης υποψίας


Το πρόσωπο του θύτη και ο τρόπος αντανάκλασης του μέσα από τα περιστατικά που καταγράφονται εις βάρος του, έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον και μια ασταμάτητη επιθυμία ερμηνείας των πράξεων του με σκοπό τόσο την πρόληψη της παιδεραστίας όσο και την « θεραπεία » της. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει δημοσιοποιήσει η ΕΛ.ΑΣ., το 70 – 90% των περιπτώσεων όπου σημειώνεται σεξουαλική κακοποίηση εις βάρος ανηλίκων, ο θύτης τοποθετείται στο στενό περιβάλλον του θύματος. Πρόκειται για άτομα που παρουσιάζουν άμεση σύνδεση με τα παιδιά, κυρίως λόγω επαγγέλματος, ή που επιδιώκουν συστηματική συναναστροφή με παιδιά.


Οι θύτες είναι άτομα υπεράνω πάσης υποψίας, άτομα που ανήκουν στον χώρο της εκπαίδευσης, της ψυχαγωγίας ή ακόμα και της εκκλησίας. Το προφίλ των θυτών δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό, καθώς η εικόνα τους δεν ταιριάζει με το κλασσικό πρότυπο ενός διαστροφικού αγνώστου το οποίο έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στο κοινό υποσυνείδητο. Τον παιδεραστή θα τον δεις μέσα σε σχολικές αίθουσες, στα παιδικά πάρτι ή ακόμα και σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα για παιδιά.


Η έρευνα και η ερμηνεία των περιστατικών παιδοφιλίας από τον ψυχίατρο Δημήτρη Παδημητριάδη είναι ευρέως γνωστή και διαδεδομένη. Στα πλαίσια αυτής, διέκρινε τέσσερεις μεγάλες κατηγορίες, εντός των οποίων εντάσσονται οι θύτες, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τον ρυθμό που προβαίνουν σε ανάλογα περιστατικά.


· Άτομα που λειτουργούν συστηματικά σε κακοποιητικές πράξεις εις βάρος ανηλίκων, προσεγγίζοντας τα στα πλαίσια κάποιου φυσικού χώρου.


· Άτομα που κινούνται στο χώρο του διαδικτύου πλησιάζοντας παιδιά και αρκούνται σε αυτό, χωρίς να επιδιώκουν κάποια δια ζώσης επαφή.


· Άτομα τα οποία δεν έχουν προχωρήσει σε ευθεία συναναστροφή και παραμένουν σε παθητική χρήση του διαδικτύου.


· Ομαδική δράση παιδεραστών που λειτουργούν οργανωμένα με τη μορφή κυκλώματος. Έχουν ως στόχο την προσέγγιση με πραγματική επαφή ή την παραγωγή πορνογραφικού υλικού.


Στη προσπάθεια προσδιορισμού της ταυτότητας ενός παιδόφιλου, η διεθνής επιστημονική έρευνα κατέληξε στη διαπίστωση πως αυτά τα άτομα χαρακτηρίζονται από αισθήματα κατωτερότητας, απόσυρσης, μοναξιάς και εξαιρετικά μειωμένης αυτοπεποίθησης. Τα άτομα αυτά δεν διαθέτουν συναισθηματική ωριμότητα, ούτε σταθερότητα, ενώ συνάπτουν διαπροσωπικές σχέσεις με μεγάλη δυσκολία. Πολλοί μελετητές διασταύρωσαν πως η παιδοφιλία πηγάζει από μια βαθύτερη ψυχαναγκαστική επιθετικότητα και μια ασταμάτητη τάση να ικανοποιηθεί μία ενδότερη εσωτερική παρόρμηση.


Ένα κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων ατόμων όπου εμφανίζουν τάσεις παιδοφιλίας είναι ότι είναι αριστερόχειρες και με περιορισμένες γνωσιακές δυνατότητες. Πρόκειται για όχι και τόσο ευδιάκριτα χαρακτηριστικά, κάτι που καθιστά δυσκολότερο το έργο της ανίχνευσης τους και κατ’ επέκταση της πρόληψης.


Τι προβλέπει ο νόμος για έναν παιδεραστή ; Αναγκαία η αλλαγή πλεύσης


Τα εγκλήματα γενετήσιας φύσεως από την αρχαιότερη συλλογή νομικών διατάξεων μέχρι και το πιο σύγχρονο ποινικό σύστημα θεωρούνται άξια τιμωρίας. Η αντιμετώπιση τους κυρίως στον δυτικό κόσμο πλαισιώνεται από άκρως αυστηρές και απόλυτες ποινές. Η ελληνική κοινωνία, δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένη όταν βρέθηκε αντιμέτωπη το τελευταίο διάστημα με μια σειρά υποθέσεων παιδεραστίας με κοινό παρονομαστή και κατηγορούμενο γνωστό σκηνοθέτη.


Καμία νομοθεσία δεν θα είναι αρκετή για να «προετοιμάσει» τον κόσμο απέναντι σε μία τέτοια πάθηση. Πρόκειται όντως για πάθηση; Είναι κάτι που μπορεί κανείς να το ελέγξει; Τελικά παιδεραστής γεννιέσαι ή γίνεσαι; Αυτές είναι απορίες που εκτός από την ιατρική επιστήμη απασχολούν τον νόμο, τον κόσμο που παρακολουθεί τα γεγονότα, τους γονείς και πόσο μάλλον τα θύματα. Υπάρχει άραγε κάποια νομοθεσία που θα μπορέσει να επιβάλει παραδειγματισμό;


Να επιβάλει τιμωρία ή και συμμόρφωση σε αυτά τα άτομα; Και αν τελικά βρεθεί, κάποια στιγμή θα καταφέρει να ελαφρύνει από τις πλάτες των θυμάτων τον πόνο και κάθε σκοτεινό συναίσθημα που χαράσσεται από τη στιγμή της απεχθούς πράξης και συνεχίσει να τους ακολουθεί για μια ολόκληρη ζωή; Ερωτήματα που δεν θα βρουν ποτέ απάντηση ή δικαίωση στο όνομα μιας νομοθεσίας ή στην επιβολή κάποιας ποινής.


Η τροπή που έχει πάρει η επικαιρότητα πιέζει το νομικό πλαίσιο για άμεση αλλαγή και αυστηροποίηση των ποινών και ήδη έχουν πέσει στο τραπέζι συζητήσεις σχετικά με την αναθεώρηση τους. Για να μπορέσει μια κακοποιητική πράξη να φτάσει στον δρόμο της εισαγγελίας πρέπει πρώτα να περάσει από τη φάση της ανάλυσης και να αποδειχθεί κακουργηματική. Βασική προϋπόθεση, για την εξέλιξη των επόμενων σταδίων, είναι το έγκλημα να μην έχει παραγραφεί. Σε περίπτωση που η ανάλυση των πράξεων δείξει ότι είναι πλημμεληματική τότε υπάρχει η πιθανότητα όλες οι πράξεις να είναι παραγραμμένες. Κάτι τέτοιο αμέσως προκαλεί ένα αρνητικό κλίμα, καθώς πολλές υποθέσεις κλείνουν και δεν φτάνουν ποτέ στη πόρτα της δικαιοσύνης. Αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το μελανότερο σημείο της νομοθεσίας ή προϋπόθεση – τροχοπέδη.


Καμία ηθική αναστολή, κάηκε και η τελευταία στο βωμό του συμφέροντος


Περί ηθικού διλλήματος τοποθετήθηκαν αρκετά νομικά πρόσωπα όταν αναφέρθηκαν στην υπεράσπιση ενός ειδεχθούς εγκλήματος. Περί διασφαλισμένου δικαιώματος από νομικής πλευράς υπογράμμισαν κάποιοι άλλοι. Περί ασυνειδησίας αποφάνθηκε η κοινή γνώμη. Υπάρχουν διαθέσιμοι αρκετοί δρόμοι, για να πορευτεί κάποιος σε αυτή τη ζωή, και είναι τόσοι πολλοί, ώστε να έχεις την επιλογή να αρνηθείς αυτόν τον συγκεκριμένο. Δεν θα μπορούσε να μην αποδοθεί ο πολυπόθητος τίτλος του «πρωταγωνιστή» σε ψυχρούς επαγγελματίες που το μόνο που επιδιώκουν μέσα από αυτή την εμπλοκή τους στην υπεράσπιση είναι κάθε προσωπικό όφελος.


Μέσα από την ενασχόλησή τους το μόνο που επιθυμούν με τέτοιου είδους θορυβώδεις υποθέσεις είναι η πλαισίωση του ονόματος τους από τον θόρυβο. Καμία ηθική αναστολή, κάηκε και η τελευταία στο βωμό του συμφέροντος. Σε κάθε περίπτωση ο κάθε νομικός αφενός είναι και ελεύθερος να επιλέξει το είδος των υποθέσεων που θέλει να ασχοληθεί, αφετέρου είναι υπεύθυνος και για την άποψη που θα σχηματίσει η κοινή γνώμη για τα έργα του. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στη στιγμή που αναγκάζονται να «λογοδοτήσουν» μπροστά στην κοινή γνώμη όταν ερωτώνται ξανά και ξανά το γιατί. Ως απάντηση υπάρχει η μόνιμη κατάσταση άρνησης, ακριβώς ίδια με αυτή του πελάτη τους. Ως απάντηση υπάρχουν συζητήσεις που μένουν στη μέση και τηλέφωνα που κλείνουν απότομα.


Σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου όλοι έχουν δικαίωμα στην υπεράσπιση ανεξάρτητα από το βαθμό του εγκλήματος που έχουν διαπράξει. Κανείς όμως δεν έχει το δικαίωμα να διαπράξει το ειδεχθέστερο έγκλημα, παραβιάζοντας τα αναφαίρετα δικαιώματα, όπως αυτά κατοχυρώνονται στην Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού από τον ΟΗΕ. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να καταργήσει την αθωότητα και την παιδικότητα από κανένα πρόσωπο.


«Έχε το νου σου στο παιδί. Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα».


397 προβολές0 σχόλια