Πότε η Παιδεραστία και η Σεξουαλική Εκμετάλλευση Ανηλίκων Αποτελεί Έγκλημα;

Γράφει η Κυριακή Μπλόσκα


Το 2021 -πέρα από το γεγονός πως σηματοδοτεί τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση- είναι ένα έτος προσαρμογής στις απαιτήσεις της πανδημίας. Όλοι μας θελήσαμε να εναποθέσουμε σε αυτό την ελπίδα πως δεν θα αποτελέσει απλώς την συνέχεια του 2020 – γνωστό και ως το έτος που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του- , αλλά θα φέρει ένα αύριο που θα μας γυρίσει στο χθες. Σε ένα χθες που κάποτε γυρίζαμε τον κόσμο ανάποδα για ν’ αλλάξει. Η αβεβαιότητα , λοιπόν, που κυριαρχεί όσο ποτέ άλλοτε μας δημιούργησε την ανάγκη να αναζητούμε ένα αύριο που θα μας επαναφέρει στην «κανονικότητα». Τι είναι, όμως, τελικά αυτή η πολυπόθητη κανονικότητα;


Με μια πρώτη ματιά το 2021 φάνηκε ελπιδοφόρο, καθώς στο ξεκίνημά του ήρθε -έστω και αργοπορημένα- το κίνημα MeToo στην Ελλάδα. Οι αποκαλύψεις για την σεξουαλική, λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία που βίωσαν γυναίκες και άνδρες ηθοποιοί στον χώρο του θεάματος προκάλεσαν μία διαφορετική αναταραχή στην ελληνική κοινωνία. Πέρα από τις αναμενόμενες επικριτικές αντιδράσεις και το ερώτημα «γιατί τώρα;», για πρώτη φορά δημιουργήθηκε ένα μεγάλο κύμα κατανόησης και συμπαράστασης στα θύματα που κατάφεραν να μιλήσουν για την κακοποίησή τους. Τελικά, το 2021 κατάφερε να χτίσει τα θεμέλια για μια κοινωνία με περισσότερη κατανόηση ή μήπως έχουμε αρκετό δρόμο μπροστά μας;


Ό,τι δηλώσεις, είσαι


Στην Ελλάδα επικρατεί ένας άγραφος κανόνας που δίνει το δικαίωμα στον καθένα να μπορεί να δηλώνει ό,τι θέλει για τον εαυτό του και να πορεύεται στη ζωή του χωρίς να κουβαλάει απαραίτητα την ευθύνη που φέρουν οι πράξεις του. Ο κανόνας φαίνεται πως επιβεβαιώνεται κάθε φορά που διαπράττεται ένα έγκλημα – αλλά κυρίως ένα έγκλημα σεξουαλικής βίας- όπου η ελληνική πραγματικότητα μας αποδεικνύει πως η κοινωνική θέση του κακοποιητή καθορίζει και την καταδίκη του από την κοινή γνώμη.


Η ελληνική κοινωνία -και κατ’ επέκταση τα ελληνικά ΜΜΕ- δείχνουν με το δάχτυλο τον κακοποιητή εφόσον πληροί κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Κυριαρχεί η άποψη πως ο πολιτισμός του βιαστή είναι υπαίτιος για την κακοποιητική του τάση μόνο όταν δεν ακολουθεί τα δυτικά πρότυπα, πως η θρησκεία του είναι επικίνδυνη, πως η διαφορετική καταγωγή του θα απειλήσει τις αρχές και αξίες της ελληνικής κοινωνίας. Εύλογα, κάθε φορά που η επικαιρότητα φέρνει στην επιφάνεια περιπτώσεις παιδεραστίας -με τον θύτη να αποτελεί στενό οικογενειακό πρόσωπο του θύματος- η κοινή γνώμη πέφτει από τα σύννεφα. Ξάφνου, ο κόσμος αναρωτιέται πώς ο καλοπροαίρετος γείτονας, ο φιλικός οικογενειάρχης μπόρεσε να κρύψει τόσο καλά την αληθινή του ιδιότητα, αυτή του παιδοβιαστή.



Έτσι, όταν ξεκίνησε το ελληνικό MeToo η εκτενής αναφορά σε εγκλήματα σεξουαλικής βίας από τον μιντιακό χώρο και το κύμα αποκαλύψεων που αυτό έφερε, σάρωσε μεγάλα ονόματα στο πέρασμά του. Χειροπιαστό παράδειγμα της παραπάνω άποψης αποτελεί η στάση των ΜΜΕ απέναντι σε γνωστό σκηνοθέτη και ηθοποιό, καθώς από την στιγμή που ξεκίνησαν να ξεπροβάλλουν οι φημολογίες για σεξουαλική κακοποίηση σε βάρος ανηλίκων αγοριών και κοριτσιών, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μιλούσαν για έναν «γνωστό ηθοποιό και σκηνοθέτη» τονίζοντας πως ο θύτης αποτελεί ένα γνώριμο πρόσωπο, αλλά κυρίως πως η κοινωνική του θέση απέπνεε σεβασμό στο ευρύ κοινό.


Μόλις οι φημολογίες που σκιαγραφούσαν τον Δημήτρη Λιγνάδη έγιναν καταγγελίες, θα πίστευε κανείς πως η καταδίκη του ήταν αναπόφευκτη. Ωστόσο, ο Δημήτρης Λιγνάδης είχε δηλώσει λάτρης των Τεχνών, πάθος για το θεατρικό σανίδι, ήταν ένας Καλλιτέχνης που κατάφερε να επιβιώσει και να ξεχωρίσει στο φιλελεύθερο καθεστώς που τον ανέθρεψε. Η καλλιτεχνική του υπόσταση φαίνεται πως ξεγέλασε ακόμη και την Υπουργό Πολιτισμού, κ. Λίνα Μενδώνη, η οποία στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει την εσφαλμένη της κρίση στην απευθείας ανάθεσή του σε καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, δήλωσε εξαπατημένη από το "υποκριτικό του ταλέντο".


Στην Ελλάδα πρώτα σου βγαίνει το μάτι και μετά το όνομα


«Ο ΣΥΡIΖΑ ξεπέρασε τον χειρότερό του εαυτό, είναι κρίμα συνετοί άνθρωποι να πέφτουν θύματα οργανωμένης εκστρατείας λάσπης και προπαγάνδας κατά της κυβέρνησης και κατά της υπουργού Πολιτισμού».


Αυτή ήταν η δήλωση του υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Άδωνη Γεωργιάδη, αναφορικά με την υπόθεση Λιγνάδη και τις αρνητικές αντιδράσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην αποτυχημένη επικοινωνιακή στάση της Λίνας Μενδώνη. Βλέπουμε, λοιπόν, πως ακόμη και την τελευταία στιγμή ο κύκλος που εκθείαζε τον Δημήτρη Λιγνάδη, αγνοεί επιδεικτικά τη γνησιότητα των καταγγελιών και μιλά για εσκεμμένη επίθεση με στόχο την προσβολή της κυβέρνησης και των μελών που την απαρτίζουν. Με μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε κανείς να απορήσει στην συσχέτιση της κατακραυγής του Δημήτρη Λιγνάδη με την προσβολή της εικόνας της κυβέρνησης. Η ιστορία, όμως, μας δείχνει πως δεν ήταν η πρώτη φορά που η Νέα Δημοκρατία χρειάστηκε να προστατεύσει την προσωπικότητα των μελών της.



Το χρονικό της καταδίκης του Νίκου Γεωργιάδη



Πηγή: newsbomb

Το 2016 το περιοδικό Hot Doc αποκάλυψε στο ευρύ κοινό την υπόθεση παιδεραστίας στην οποία εμπλεκόταν ο τότε βουλευτής της Νέας Δημοκρατία και υπεύθυνος Πολιτικού Σχεδιασμού του κόμματος, Νίκος Γεωργιάδης. Ωστόσο, η υπόθεση φαίνεται πως ήταν γνώριμη στον κύκλο του, καθώς το 2010 είχε ήδη συλληφθεί στη Μολδαβία ως βασικός κατηγορούμενος για υπόθεση trafficking και παιδεραστίας. Σύμφωνα με την δικηγόρο υπεράσπισης των ανήλικων αγοριών, Νατάλια Μπαϊράμ, ο Νίκος Γεωργιάδης εκμεταλλεύτηκε και κακοποίησε σεξουαλικά τέσσερα φτωχά, ανήλικα αγόρια ηλικίας 15, 16 και 17 ετών.


Μάλιστα, η δικηγόρος τόνισε πως όταν τα αγόρια τον ταυτοποίησαν στις αστυνομικές αρχές της Μολδαβίας, οι έρευνες που πραγματοποιήθηκαν άμεσα εξασφάλισαν οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο και επιβεβαίωσε την συνάντηση των ανήλικων θυμάτων με τον Νίκο Γεωργιάδη. Η διπλωματική του ασυλία, όμως, καθυστέρησε την προσφυγή του στην Δικαιοσύνη. Εν τέλει, η υπόθεση έγινε γνωστή στην Ελλάδα έξι χρόνια αργότερα και οδήγησε τον Νίκο Γεωργιάδη στην καταδίκη για την κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση ασέλγεια σε βάρος ανηλίκων. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος δήλωνε αθώος και πως θα δικαιωθεί στο Εφετείο, ενώ έκανε λόγο για δικαστική πλάνη.




Κακοποιητική συμπεριφορά σε ανήλικα θύματα



Όπως είδαμε να συμβαίνει με την υπόθεση Λιγνάδη, έτσι και τότε οι πολιτικοί σύμμαχοι του Νίκου Γεωργιάδη μιλούσαν για πολιτική σκευωρία, αγνοώντας επιδεικτικά την ηθική παρακμή της υπόθεσης. Μάλιστα, στην διάρκεια της δίκης του ο Νίκος Γεωργιάδης – τότε στενός συνεργάτης του Κυριάκου Μητσοτάκη αποκάλυψε πως φέρεται να του ζήτησε να αποχωρήσει από το προσκήνιο μέχρι να "ξεφουσκώσει" το θέμα. Σύντομα, η υπόθεση έπαψε να απασχολεί την ειδησεογραφία των ελληνικών ΜΜΕ.


Νέα ενοχοποιητικά στοιχεία στην υπόθεση Λιγνάδη


Και στις δύο περιπτώσεις η συνεχής προσπάθεια συγκάλυψης του θύτη από το ισχυρό του περιβάλλον είναι εμφανής. Το τελευταίο διάστημα, όμως, βγαίνουν στην επιφάνεια νέες πληροφορίες αναφορικά με την υπόθεση Λιγνάδη, οι οποίες και αποδεικνύουν την επαφή του με ανήλικα προσφυγόπουλα. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, η τρίτη έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του Δημήτρη Λιγνάδη στις 8 Μαρτίου αποκάλυψε ερωτικά βοηθήματα, φωτογραφίες και οπτικοακουστικό υλικό με τα ανήλικα θύματα, καθώς και άδειες παραμονής ανήλικων αλλοδαπών. Άραγε, θα ακουστούν και τώρα σχόλια που μεταφέρουν την ευθύνη από τον θύτη στα ανήλικα θύματα και τις οικογένειές τους, όπως ειπώθηκαν μερικούς μήνες πριν ζωντανά σε κανάλι εθνικής εμβέλειας;



Εύλογα, προκύπτει η εξής απορία: Πότε η παιδεραστία ονομάζεται «προσωπική υπόθεση» του εκάστοτε προνομιούχου κακοποιητή;



Η πραγματικότητα μας δείχνει πως η κοινωνική θέση, η πολιτική δύναμη και η εικόνα με την οποία πορεύεται κανείς είναι πιο σημαντική από τα ανήλικα, αδύναμα, αθώα θύματα που δέχονται την κακοποίηση. Φαίνεται πως όταν ο βιαστής δεν είναι ένας ξένος, ασπάζεται την καθιερωμένη θρησκεία και έχει μεγαλώσει με τις αξίες του δικού μας πολιτισμού, τότε η παιδεραστία δεν αποτελεί πια ένα ειδεχθές έγκλημα, ούτε κίνδυνο για τις αξίες της ελληνικής κοινωνίας, αλλά «προσωπική υπόθεση» του εκάστοτε προνομιούχου κακοποιητή.


Πηγή: e.x.i.s.

Τελικά, όπως λέει και το προφίλ στο ινσταγκραμ, Λ έ ξ ι ς, το 2021 μας απέδειξε πως τα 200 χρόνια είναι πολλά, αν τόσα μας χωρίζουν από την τελευταία μας επανάσταση. Το 2021, λοιπόν, ας μην επιστρέψουμε σε αυτήν την «κανονικότητα».


181 προβολές0 σχόλια