Τι έχει και (δεν) κλαίει το παιδί;

Γράφει η Αριάδνη Χαρπαντίδου


«Κανείς δε βγήκε για να ιδεί τι έχει και κλαίει το παιδί».


Γιατί να κλαίει το παιδί;

Γιατί βρίσκεται σε ένα περιβάλλον τοξικό ή/και κακοποιητικό. Γιατί βρίσκεται σε ένα σπίτι που το έχει πλήξει η κρίση, που οι εντάσεις αποτελούν μόνιμη πραγματικότητα, που τα χέρια υψώνονται πιο πολύ από τις φωνές. Γιατί έχασε τη μάνα/πατέρα/παππού/γιαγιά/αδερφό/συγγενή/φίλο/φιλικό πρόσωπο από τον αόρατο εχθρό. Αυτόν που το άφησε σπίτι, που το τύλιξε μέσα με τις αόρατες σιδερένιες γροθιές.


https://www.theguardian.com/lifeandstyle/gallery/2021/mar/18/flowers-and-tributes-to-sarah-everard-in-clapham-in-pictures#img-7

Το παιδί κλαίει, γιατί δεν μπορεί να βγει έξω. Δεν παίζει όπως παλιά, δεν βλέπει τους φίλους/συμμαθητές/συμφοιτητές/. Γιατί κάνει μάθημα με τη μάσκα και νιώθει πως κουράζεται, νυστάζει, δεν μπορεί να αναπνεύσει, γκρινιάζει. Γιατί τα πρέπει έχουν πολλαπλασιαστεί και τα θέλω του πλέον δεν αντικατοπτρίζονται σε πράξεις. Γιατί τίποτα δε θυμίζει πλέον σχολείο/πανεπιστήμιο/σχολή. Γιατί δεν έχει πρόσβαση στο μάθημα. Γιατί και όταν έχει, μπορεί να δυσκολεύεται. Να μιλήσει, να ακούσει, να παρακολουθήσει, να εκφραστεί, να νιώσει.


Το παιδί κλαίει, γιατί φοβάται. Φοβάται αυτούς με τις στολές, φοβάται τη βία, φοβάται αυτό που δε βλέπει. Φοβάται τις σειρήνες, τα νοσοκομεία, τις εντάσεις. Φοβάται το φόβο. Το φόβο που νιώθει, ακόμη και αν οι άλλοι δεν θέλουν να του το μεταδώσουν, τον νιώθει. Φοβάται το φόβο, στο πάρκο, στη γειτονιά, στο δρόμο, στο στενό. Κλαίει, γιατί φοβάται τη νύχτα στις 9 παρά 15.



Το παιδί κλαίει, γιατί καταλαβαίνει. Καταλαβαίνει τι γίνεται μέσα του, πώς αντιμετωπίζεται από την κοινωνία. Κλαίει, γιατί βλέπει. Βλέπει τους δύο γονείς, τον ένα γονιό, τον κηδεμόνα. Κλαίει, γιατί ένιωσε τις δονήσεις από το σεισμό, από την πορεία στο δρόμο, από τις καρδιές του κόσμου που ζητά, που φωνάζει, που προσπαθεί.


Κλαίει, γιατί βλέπει. Τις αλλαγές του καιρού, το περιβάλλον, την κακοποίηση των ζώων. Την απάθεια στο δρόμο, τις μηχανικές κινήσεις, τον κόσμο που γίνεται σκληρός, όχι μόνο από επιλογή, αλλά από συνήθεια, από ένστικτο.

Κλαίει, γιατί τίποτα από αυτό τον κόσμο σήμερα δεν του θυμίζει όσα είχε συνηθίσει πριν.


Γιατί δεν κλαίει το παιδί;

Το παιδί δεν κλαίει πια. Γιατί το παιδί έχει πεθάνει. Ή γιατί το παιδί μέσα του, αυτό έχει πεθάνει. Έχει πεθάνει από τον αόρατο εχθρό, αυτό που ποτέ δεν έβλεπε, έχει πεθάνει από ένα λάθος, μία διάγνωση, μια καθυστέρηση. Έχει πεθάνει από ένα ατύχημα, μία σφαίρα, ένα χτύπημα, ένα βιασμό. Μία πράξη που η μνήμη της σύγχρονης νομοθεσίας μπορεί να θυμάται μόνο για τα επόμενα 25 χρόνια, μπορεί και για κάποια λιγότερα. Γιατί, όπως είχε αναφέρει και ο Ρήγας, σε γνωστή σειρά: «Μη σε νοιάζει […] Είσαι τυχερός. Ζεις στη χώρα με την ασθενέστερη μνήμη[…]. Όλες οι ντροπές μας σήμερα αντέχουν απλά όσο θέλουν οι ειδήσεις των 20.30».

Δεν κλαίει, γιατί το παιδί μέσα του, έχει πεθάνει.


https://news2u.gr/afieroma/the-untouchables-erik-ravelo/?fbclid=IwAR0o1l3MckZGj-og3IFH3NVpGhGTXJzULqRjo9_0HsApA7kRdydGqtFc6Ug

Το παιδί μέσα του έχει πεθάνει, γιατί η ζωή δυσκόλεψε ξαφνικά, γιατί μπορεί να ήταν και από πάντα δύσκολη. Ποτέ άλλοτε όμως δεν φαινόταν τόσο δυσοίωνη. Δεν κλαίει, γιατί το παιδί μέσα του, έχει πεθάνει.


Το παιδί μέσα του έχει πεθάνει, γιατί έπρεπε να γίνει. Πονηρεύτηκε πιο νωρίς, «ενηλικιώθηκε» πολύ πριν από τα 18. Γιατί έτσι το έφεραν οι συνθήκες, οι επιλογές. Γιατί έπρεπε να προσέχει. Τον δάσκαλο, τον καθηγητή, τον ξένο στο δρόμο, τον συγγενή, τον γονιό, τον φίλο ή τη φίλη. Το ίδιο ή το άλλο φίλο. Μία οθόνη, το ψέμα πίσω από την οθόνη. Τι νέες προ(σ)κλήσεις της κοινωνίας, τις νέες ανάγκες για το κοινωνικό προφίλ. Τις επιταγές της μόδας.


https://www.instagram.com/p/CJt9iW3ANkv/?igshid=j4hz6lfgwo94&fbclid=IwAR3dvK_gk8Bum68YnWO8YcsDJZXWeiqbWAmIZgo-DFJEKIStLQEPL_RLQDU

Το παιδί μέσα του έχει πεθάνει από ένα σχόλιο. Από τη μη αποδοχή. «Είσαι χοντρή, χοντρός», «δε χωράς πουθενά. Δεν ανήκεις εδώ», «είσαι άχρηστη -ος, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα», «πώς είσαι έτσι; Πώς κυκλοφορείς έτσι;» κ.ο.κ. Πέθανε από μία ψεύτικη υπόσχεση πως όλα θα πάνε καλά και τελικά δεν πήγαν. Πήγαν χειρότερα.


Δεν κλαίει, γιατί έχει κλάψει πολύ περισσότερο πριν. Και τώρα τα δάκρυα έχουν στεγνώσει.

Το παιδί δεν κλαίει, γιατί ορθώνεται ψηλά. Με σθένος και πίστη. Απαντώντας στο μίσος και στην αδράνεια με αγάπη και θέληση. Το παιδί δεν κλαίει, γιατί βρίσκεται έξω στο δρόμο. Γιατί φωνάζει, διεκδικεί, προσπαθεί. Δείχνει το δρόμο, για το φως, την αλήθεια.


Το παιδί δεν κλαίει, γιατί πλέον μπορεί να αντιμετωπίσει τους φόβους του. Γιατί στάθηκε σε ανθρώπους, ειδικούς, φίλους, οικογένεια που πλέον το καταλαβαίνουν. Το παιδί δεν κλαίει, γιατί περιμένει. Περιμένει τη στιγμή που θα έχει αποδεχτεί τον ίδιο του τον εαυτό, θα τον αγαπά όπως είναι και θα μπορεί να μοιράζει απλόχερα την αγάπη στους γύρω του. Το παιδί δεν κλαίει πια, γιατί περιμένει τη στιγμή που θα μπορεί να σφίξει σε μία ζεστή αγκαλιά τη γιαγιά, τον παππού, τους γονείς, τους φίλους, τη/-ον σύντροφο, τους συνοδοιπόρους του στη ζωή. Όταν όλα θα έχουν ξεπεραστεί και θα μπορεί να ζει, να αγγίζει, να νιώθει.


Το παιδί δεν κλαίει, γιατί ελπίζει. Ελπίζει στο φως, στο μετά. Δεν κλαίει, γιατί ονειρεύεται. Κρατά για δύναμη όσους έχουν φύγει ψηλά, απ’ όσους έμαθε, απ’ όσα είδε. Δεν κλαίει, γιατί το παιδί είναι το μέλλον, και αυτό διεκδικεί.


Το παιδί δεν κλαίει, γιατί είναι εδώ για να μας θυμίζει τι ήμασταν παλιά και τι θέλουμε να αφήσουμε για την επόμενη γενιά. Για να είμαστε περήφανοι όταν θα μπορούμε να απαντήσουμε με ηθική ικανοποίηση το ερώτημα «Το παιδί που ήσουν κάποτε θα ήταν περήφανο γι’ αυτό που είσαι σήμερα;».

Αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά που χάθηκαν νωρίς, που δεν έζησαν όπως ήθελαν. Σε όλα τα παιδιά που στερήθηκαν, αλλά ακόμη ελπίζουν και σε όσα προσπαθούν να βρουν την πίστη και την ελπίδα μέσα τους. Αφιερωμένο σε όλους όσους έμειναν πίσω και αγωνίζονται και σε όλους όσους σέβονται.

110 προβολές0 σχόλια