Marina Poyarkova: "Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι τα πάντα..."

Γράφει η Αριάδνη Χαρπαντίδου


Η Marina Poyarkova είναι καθηγήτρια ρωσικής και αγγλικής γλώσσας, με κατεύθυνση την ελληνική και ειδίκευση στη μεθοδολογία διδασκαλίας ξένης γλώσσας. Η Marina Poyarkova είναι ένας άνθρωπος που έχει να μοιραστεί πολλά, έχοντας ζήσει στην Ουκρανία και στην Ελλάδα. Μιλώντας σε τέσσερις διαφορετικές γλώσσες, καταφέρνει πάντοτε να μιλά απευθείας στην πιο σημαντική: σε αυτή της καρδιάς, μεταφέροντας, όχι μόνο γνώσεις σε όλους τους μαθητές που έχει διδάξει (από σχολική ηλικία, πανεπιστημιακή και ενήλικη), αλλά και τις εκάστοτε παραδόσεις, ήχους και εικόνες που κουβαλά η κάθε γλώσσα, ως ομιλούμενος και ζωντανός πολιτισμός.

Είχα τη χαρά να συνομιλήσω μαζί της, μέσω Zoom, και να τη ρωτήσω για την εκπαίδευση στις δύο χώρες που έχει ζήσει, για τον ελληνικό στοιχείο στην Ουκρανία καθώς και για τα στοιχεία που μας ενώνουν, αλλά και αυτά που διαφοροποιούνται.


ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ



Η κα. Poyarkova, γεννήθηκε σε μία χώρα που ανήκε στη Σοβιετική Ένωση. Με τα δικά της λόγια: «Γεννήθηκα στη Μαριούπολη της Ουκρανίας (τότε πόλη Ζντάνοβ). Όταν γεννήθηκα, υπήρχε ακόμη η Σοβιετική Ένωση, στην Ουκρανική Δημοκρατία. Οι γονείς μου είναι Ρώσοι. Τότε ήμασταν όλοι κάτοικοι μιας τεράστιας χώρας. Τώρα είμαστε κάτοικοι Ουκρανίας. Οι γονείς μου είναι Ρώσοι, με ρωσική καταγωγή. Ο μπαμπάς μου γεννήθηκε στη χερσόνησο Καμτσάτκα, στο ανατολικότερο σημείο της Ρωσίας.


Μετά λόγω της έντονης σεισμικότητας της περιοχής, όλη η οικογένειά του μετακινήθηκε σε μία μικρή πόλη στην Ουκρανία, που ήταν τότε μία από τις πιο πλούσιες δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης. Μετά το σχολείο μπήκε στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μαριούπολης. Η μαμά μου, κόρη στρατιωτικού, γεννήθηκε στη περιοχή της λίμνης Βαϊκάλης, στη Σιβηρία. Ο παππούς μου ήταν στρατιωτικός στη βάση εκτόξευσης πυραύλων (κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ), στο Καζακστάν. Η τελευταία του υπηρεσία ήταν στη Μόσχα. Η μαμά μου δεν πήγε στη Μόσχα, πήγε να σπουδάσει στη Μαριούπολη στην Ουκρανία, στη γιαγιά της.


Τότε δεν είχε σημασία πού σπουδάζεις. Ήταν όλα “mixed”. Πόλεις, τάξεις και οικογένειες, ήταν μεικτές. Όταν τελείωσα το λύκειο (10 χρόνια ήταν τότε), στην τελευταία μου τάξη είχε ήδη διαλυθεί η Σοβιετική Ένωση και είχε ξεκινήσει η ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Για εμένα ήταν δύσκολο να πραγματοποιήσω το όνειρό μου, να πάω να σπουδάσω στη Μόσχα. Δεν είχα καν διαβατήριο. Το διαβατήριο ήταν ένα χαρτί με μία φωτογραφία.»


Όσον αφορά τις σπουδές της, ενδιαφέρον είχε η ιστορία του πανεπιστημίου της. Αναφέρει σχετικά, «Το δικό μου πανεπιστήμιο λειτουργούσε τότε μόνο δύο χρόνια. Ήθελα να γίνω φιλόλογος. Στην αρχή ήταν κολλέγιο, ινστιτούτο και έπειτα έγινε πανεπιστήμιο. Τελείωσα Αγγλική Φιλολογία με νεοελληνική γλώσσα. Το πανεπιστήμιό μου (το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μαριούπολης) είχε ιδρυθεί με βοήθεια των Ελλήνων, γιατί στην περιοχή έμεναν και μένουν πολλοί Έλληνες (περίπου 92.000). Σήμερα κατοικούν 78.000 Έλληνες στην περιοχή του Ντονέτσκ. Γύρω από τη Μαριούπολη υπάρχουν ελληνικά χωριά.»

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στα ρωσόφωνα και ουκρανόφωνα πανεπιστήμια. Αξιοσημείωτο είναι πως με πληροφόρησε ότι: «Στο πανεπιστήμιο, σχεδόν σε κάθε ειδικότητα, η δεύτερη (εν. ειδικότητα), ήταν η ελληνική γλώσσα. Ελάχιστες ειδικότητες δεν είχαν ελληνική γλώσσα. Καθηγητές από την Ελλάδα επισκέπτονταν το πανεπιστήμιό μας και δίδασκαν. Κάθε χρόνο, περίπου εκατό φοιτητές ταξιδεύαμε για σπουδές στην Ελλάδα. Εγώ είχα επισκεφτεί τη Ρόδο και τα Γιάννενα με αυτά τα προγράμματα».


-Όταν ήρθατε να συνεχίσατε τις σπουδές σας στην Ελλάδα, πώς σας φάνηκε η εικόνα συγκριτικά με το πανεπιστήμιο που αφήσατε πίσω σας; Τι διαφορές παρατηρήσατε στους φοιτητές των δύο χωρών;

«Έμεινα στη φοιτητική εστία του Α.Π.Θ. για ένα διάστημα 6 μηνών, μαζί με άλλους εκπαιδευτικούς από την Ουκρανία. Οι καθηγητές ήταν όλοι εξαιρετικοί. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Χρήστο Τσολάκη… Τα καινούρια κτίρια, όπως αυτό του παιδαγωγικού, ήταν ακόμη σε καλή, σχετικά, κατάσταση. Όσον αφορά τα γκράφιτι στα ελληνικά πανεπιστήμια, αυτό ήταν για εμένα μια εικόνα που δεν είχα συνηθίσει. Σαν φοιτητές δε γράφαμε στην περιουσία του πανεπιστημίου, όχι επειδή απαγορευόταν, αλλά επειδή εμείς νιώθαμε ότι δεν αρμόζει σε έναν τέτοιο χώρο να το κάνουμε.


Επίσης, κάτι που μου φάνηκε παράξενο και ξένο εδώ ήταν οι παρατάξεις. Η εκπαίδευση με την πολιτική δεν ήταν κάτι που εμπλεκόταν έτσι. Εδώ μου δόθηκε η εντύπωση ότι δινόταν μεγάλο βάρος σε αυτό. Σχετικά με τα μαθήματα, εμείς στα δικά μας πανεπιστήμια όλοι είχαμε ένα συγκεκριμένο αριθμό μαθημάτων ετησίως που έπρεπε να περαστούν σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Σε περίπτωση που αυτός ο αριθμός δε συμπληρωνόταν, έφευγες από το Πανεπιστήμιο. Όποιος διάλεγε να σπουδάσει, γι’ αυτόν οι σπουδές ήταν το νούμερο ένα σαν προτεραιότητα. Αντίθετα, στην Ελλάδα δεν ίσχυε κάποιος τέτοιος περιορισμός».


ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ


-Τελευταία στην Ελλάδα παρατηρούμε μια μεγαλύτερη διάδοση της ρωσικής γλώσσας. Γιατί πιστεύετε ότι συνέβη αυτό;

«Πιστεύω πως ανέκαθεν υπήρχε διάδοση της ρωσικής γλώσσας, απλώς όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό. Πριν κάποια χρόνια, υπήρχαν πολύ έντονα και τα μποϊκοτάζ των χωρών και αυτό ήταν κάτι που επηρέασε αρνητικά. Βλέπω μια άνοδο και αυτό δεν είναι τυχαίο. Μετά από αρκετά χρόνια, η Ρωσία γνωρίζει μία ταχεία άνοδο στην ανάπτυξη, με γοργούς ρυθμούς. Αυτό είναι κάτι που φαίνεται και στον τομέα του τουρισμού. Η Ελλάδα είναι μία πανέμορφη χώρα, με θάλασσα. Στη Ρωσία όταν λέμε πως πηγαίνουμε στη θάλασσα, μιλάμε για ταξίδια πολλών ωρών προς τα νότια. Η Μεσόγειος είναι η αμέσως επόμενη λύση.


Τα τελευταία χρόνια, λόγω της ανάπτυξης, οι μισθοί έχουν σημειώσει μια ανοδική πορεία και όλο και περισσότερος κόσμος έχει τη δυνατότητα να ταξιδέψει εκτός της χώρας. Αυτό στη Σοβιετική Ένωση δεν ήταν ένα συχνό φαινόμενο, ήταν πολύ δύσκολο να ταξιδέψουμε εκτός Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή ήταν μία δυνατότητα που είχαν πολύ λίγοι.»


Μιλώντας και για τη μετανάστευση των λαών τα τελευταία χρόνια, αναφέρει: «Ο λόγος που διαδόθηκε τόσο πολύ τελευταία η ρωσική γλώσσα είναι σίγουρα ο τουρισμός, η ανάπτυξη της οικονομίας αλλά και οι επενδύσεις. Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν ξεκίνησε η μετανάστευση, πάρα πολύ κόσμος μετακινήθηκε προς την Ευρώπη. Γι’ αυτό το λόγο η γλώσσα πλέον ακούγεται παντού. Πολλοί μετακινήθηκαν, όχι απαραίτητα για να μείνουν στις χώρες που έφταναν, αλλά και για να δουλέψουν, να μαζέψουν λεφτά και να γυρίσουν αργότερα πίσω στις ρίζες τους. Λόγω της δουλειάς, πιστεύω πως αρκετοί εργοδότες ξεκίνησαν να μαθαίνουν ρωσικά. Όσον αφορά τη θρησκεία, είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί, και οι δύο λαοί. Η θρησκεία επίσης είναι ένα στοιχείο που ενώνει, αυτό είναι δεδομένο. Ο θρησκευτικός τουρισμός για παράδειγμα και προς την Ελλάδα και προς τη Ρωσία. Ειδικά στη δεύτερη περίπτωση, ο τουρισμός προς τη Ρωσία έχει ανοίξει πολύ από την Ελλάδα. Έτσι και αλλιώς, η ελληνική γλώσσα είναι μία γλώσσα που διδάσκεται στα πανεπιστήμια της Ρωσίας.»



ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΗΕΜΕΝΣ ΠΟΛΕΙΣ, Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ


Ενδιαφέρον είχε η συζήτηση που κάναμε με αφορμή όσα έχουν συμβεί στην Ουκρανία τα τελευταία χρόνια. Συζητώντας για το πώς έμεινε και η ίδια στην Ελλάδα, θυμάμαι χαρακτηριστικά την αναφορά στο θεσμό των αδελφοποιημένων πόλεων, ένα θεσμό που πόλη της Καβάλας ανέκαθεν σεβόταν και τιμούσε με τις δράσεις που έχουν πραγματοποιηθεί ανά χρόνια, κρατώντας ζωντανό τον παλμό των πολιτισμών. -Πώς αποφασίσατε να μείνετε στην Ελλάδα;


«Τελείωσα με αριστείο το σχολείο, χρυσό μετάλλιο και με αριστείο το πανεπιστήμιο (κόκκινο πτυχίο). Μόλις τελείωσα, μου έγινε πρόταση να μείνω στο πανεπιστήμιο για να διδάξω. Δίδασκα και στο τμήμα Αγγλικής φιλολογίας και στης ελληνικής. Ήμουν βοηθός, καθηγήτρια και λίγο πριν έρθω στην Ελλάδα έγινα αντικοσμήτορας στο τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας.


Σαν καθηγήτρια, συνόδευα τους φοιτητές στην Ελλάδα, σε προγράμματα σπουδών. Επισκεφτήκαμε και την Καβάλα, γιατί είναι αδελφοποιημένη πόλη με την Μαριούπολη. Τότε γνώρισα τον άνδρα μου, μέσω αυτών των προγραμμάτων. Στη συνέχεια, ήρθα στη Θεσσαλονίκη για διδακτορική έρευνα, για σπουδές στο πανεπιστήμιο. Ασχολούμουν με τη μεθοδολογία διδασκαλίας ξένης γλώσσας. Στη συνέχεια παντρεύτηκα, έμεινα στην Καβάλα και έκτοτε ζω εδώ».


-Τι θυμάστε πιο έντονα από τη χώρα σας; Τι σας λείπει;



«Εμένα μου λείπουν οι δικοί μου άνθρωποι. Δεν έφυγα παιδάκι. Έφυγα το 2004. Στην Ουκρανία άλλαξαν πάρα πολλά πράγματα, από την ανεξαρτησία και την πολιτική κρίση. Για εμάς που είμαστε ρωσόφωνοι και Ρώσοι, είναι δύσκολο να μιλάμε για αυτό. Είμαι Ρωσίδα από την Ανατολική Ουκρανία. Στο θέμα μπαίνει και το πολιτικό κομμάτι, αυτό είναι το δύσκολο.


Εγώ όταν πήγαινα στο σχολείο ήμουν σε μία τάξη όπου ήταν μέσα 5 εθνικότητες. Είχαμε Έλληνες, Ουκρανούς, Ρώσους, Ρωμά, Γεωργιανούς, Τάταρους, Αρμένιους. Δεν ήταν κάτι περίεργο. Μου λείπουν οι αναμνήσεις μου. Οι γονείς μου ξέρουν ότι αν πήγαινα τώρα στη Μαριούπολη, δεν θα ήταν ευχάριστο για εμένα. Οι γονείς μου έχουν συνηθίσει την κατάσταση. Υπάρχει στρατός, όπλα, ότι μπορεί να δεις στρατιωτικό φορτηγό με στρατιώτες, να δεις τανκς. Για εμένα αυτό είναι κάτι πρωτόγνωρο, γιατί δεν ήμουν εκεί όταν ξέσπασε η κρίση.»


-Οι άνθρωποι που ζουν εκεί, οι Ρώσοι, πώς νιώθουν; Μιλάνε γι’ αυτό; «Η Ανατολική Ουκρανία είναι η μεγαλύτερη βιομηχανική ζώνη στην Ουκρανία. Και ιστορικά οι περισσότεροι άνθρωποι που μένουν εκεί είναι ρωσόφωνοι. Παλιά, στη Σοβιετική Ένωση αυτό δεν μας πείραζε. Τα σύνορα ήταν σχετικά, δεν έπρεπε να έχεις διαβατήριο για να πας από την Ουκρανία στη Ρωσία, από τη Ρωσία στο Καζακστάν, από το Καζακστάν στη Λευκορωσία.


Τώρα όμως υπάρχουν και σύνορα και διαβατήρια. Εννοείται πως αυτό πειράζει τον κόσμο. Για παράδειγμα, οι γονείς μου δε μιλάνε Ουκρανικά. Παλαιότερα, όλα τα επίσημα έγγραφα ήταν και στις δύο γλώσσες: ουκρανικά και ρωσικά. Υπήρχαν και ουκρανικά και ρωσικά σχολεία. Τα δεύτερα ήταν περισσότερα στην περιοχή μας. Η ουκρανική γλώσσα ήταν μάθημα και στα ρωσικά σχολεία. Όταν η Ουκρανία έγινε ανεξάρτητη, ήταν απαραίτητο να δώσεις εξετάσεις ουκρανικής γλώσσας.


Τώρα υπάρχει ένα πρόβλημα: το Σεπτέμβρη έκλεισαν τα ρωσικά σχολεία. Αυτό είναι ένα θέμα για όλους τους ρωσόφωνους. Επίσης, η ιστορία που διδάσκεται στην Ουκρανία είναι διαφορετική από αυτή που διδάσκεται στη Ρωσία. Οι Ρώσοι φαίνονται εισβολείς. Αυτό είναι κάτι ξένο για εμένα. Ήμασταν μαζί τόσα χρόνια, ένας λαός. Μεγαλώσαμε με αγάπη προς τους Ουκρανούς. Ο παππούς μου (από τη μεριά του μπαμπά) πολέμησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Λένινγκραντ (τώρα Αγία Πετρούπολη). Ήταν γεννημένος εκεί, πολέμησε εκεί. Ήταν βετεράνος πολέμου. Για εμένα είναι δύσκολο να αναθεωρήσω τόσα πράγματα. Για την Ουκρανία είναι αλλιώς πλέον. Είναι σαν να αλλάζει η ιστορία, αυτό είναι δύσκολο για όλους μας.

Η επίσημη γλώσσα είναι τα Ουκρανικά. Η ρωσική γλώσσα δεν αναγνωρίζεται πουθενά. Αν κάποιος πλέον μιλήσει ρωσικά σε ένα μαγαζί, υπάρχει πιθανότητα να μην του απαντήσουν.»


-Συνεπώς, υπάρχει μία απόσταση στους ρωσόφωνους της Ουκρανίας. Θεωρείται ότι θα υπάρχουν και ρατσιστικά φαινόμενα ή επικρατεί κυρίως ο φόβος και η αντίδραση; «Πιστεύω πως επικρατούν όλα. Ίσως σε μικρότερο βαθμό ο φόβος. Οι περιοχές αυτές που έχουν αποσχιστεί είναι πολύ κοντά στη Μαριούπολη. Η Μαριούπολη είναι βιομηχανική πόλη που ανήκει στην Ουκρανία. Έχουμε πολλούς Έλληνες, βιομηχανία, τρία τεράστια εργοστάσια, λιμάνι. Είμαστε πολύ κοντά, σχεδόν δύο ώρες, από τα σύνορα και από τις περιοχές που έχουν αποσχιστεί (Ντονέτσκ, Λουγκάνσκ). Οι άνθρωποι εκεί δεν το δέχτηκαν.


Σκέφτομαι, όταν επισκεφτώ την πόλη μου, δεν θα μπορώ να μιλήσω στα ρωσικά; Με συμβουλεύον πως καλύτερα θα ήταν να μιλήσω αγγλικά, ακόμη και ελληνικά. Στο σπίτι μου… Οι γονείς μου ξέρουν λίγα ουκρανικά μετά από τόσα χρόνια, αλλά δεν νιώθουν τόσο άνετα. Γιατί να μη νιώθουμε άνετα στο σπίτι μας;! Είναι δύσκολο και φανταστείτε πως εγώ παρακολουθώ τις εξελίξεις από κάποια απόσταση.»


-Αυτοί που το ζουν από κοντά, πώς το διαχειρίζονται;


«Προσωπικά, πάντα είχα ενημέρωση από συγγενείς εκεί. Όταν στις 5μιση το ξημέρωμα, με είχε ειδοποιήσει ο άντρας μου εδώ, ότι καίγεται το Κίεβο και αυτό συνεχίστηκε για δύο χρόνια, αυτό ήταν κάτι ασύλληπτο. Οι γονείς μου, οι κάτοικοι ακούγανε πυροβολισμούς, τα πάντα. Και μιλάμε για 21ο αιώνα. Μιλάμε για Ευρώπη. Δεν είμαστε εμπόλεμη ζώνη, όπως βλέπουμε στο Πακιστάν, στη Συρία. Είναι τόσο κοντά μας. Το 2014 οι γονείς μου πέρασαν κάποιο διάστημα στην Ελλάδα. Ακόμη και τώρα όμως γίνονται επεισόδια, αλλά τα μέσα δεν τα μεταδίδουν σε ένα μεγάλο ποσοστό.»

-Βλέπουμε τελευταία, σε όλο τον κόσμο καθώς και στη χώρα μας, έντονες εκδηλώσεις βίας. Αυτό σας φέρνει εικόνες που σας μεταφέρουν από εκεί; Εικόνες πόλωσης. «Εγώ δεν έχω ζήσει από κοντά τα γεγονότα (αναφορικά με την Ουκρανία). Αυτό δεν έχει σχέση με την αστυνομική βία. Ήρθα στην Ελλάδα στα 27 μου και δεν πρόλαβα να ζήσω εκείνες τις δύσκολες εποχές του 2014 και του 2015. Ήταν πόλεμος και μάλιστα το χειρότερο είδος πολέμου: εμφύλιος. Σκοτώθηκε πάρα πολύς κόσμος. Δεν αφορούσε μόνο μία πλευρά, όλοι είχαν απώλειες.


Όσον αφορά την Ελλάδα, δεν το περίμενα. Εκπλήσσομαι. Όπως και για άλλες χώρες. Δίνοντας βάση και στο θέμα της εκπαίδευσης, δεν μπορώ να πιστέψω ότι η βία μπορεί να έχει σχέση με την εκπαίδευση. Εμείς την εκπαίδευση και ειδικά το πανεπιστήμιο, το είχαμε σαν την «κούνια της μόρφωσης». Έτσι μεγαλώσαμε. Όταν μπαίναμε στο πανεπιστήμιο νιώθαμε δέος. Ο πρύτανης είναι ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο. Είναι ενδιαφέρον ότι ο πρύτανης στο πανεπιστήμιο της Μαριούπολης έχει ελληνικές ρίζες. Στο πανεπιστήμιό μας είχαν έρθει πολλές αποστολές από την Ελλάδα. Είχε έρθει και ο κύριος Στεφανόπουλος, τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας της Ελλάδας, όπως και υπουργοί. Γι’ αυτό και το συμβάν με την επίθεση στον πρύτανη της ΑΣΟΕΕ τον Δεκέμβριο ήτανε κάτι που με σόκαρε, δεν μπορούσα να το πιστέψω.»



-“Homesick”. Τι βαρύτητα έχει αυτός ο όρος για εσάς; «Πάντα νιώθω έτσι. Και μάλιστα όσο πιο μακριά βρίσκεσαι από τη χώρα σου, τόσο πιο πολύ τη νιώθεις και την ποθείς. Δε λέμε ότι οι Έλληνες του εξωτερικού είναι «πιο Έλληνες και από Έλληνες»; Αυτό το καταλαβαίνω απόλυτα. Εγώ πίσω μου νιώθω ότι άφησα μια χώρα που δεν έχει καμία σχέση με αυτό που υπάρχει τώρα. Η νοσταλγία μου δεν είναι μόνο για το τώρα, αλλά και για το τότε, αυτό που χάσαμε, αυτό που άφησα πίσω μου τότε.


Πολύς κόσμος λέει ότι του λείπει η Σοβιετική Ένωση. Η Σοβιετική Ένωση είχε κάποια καλά, αλλά είχε και αρνητικά, τα οποία στον 21ο αιώνα και τώρα δεν θα δεχόμασταν. Δεν μπορεί να γυρίσει μόνο ένα κομμάτι πίσω, μόνο τα θετικά. Μαζί με αυτά, επιστρέφουν και τα αρνητικά. Η νοσταλγία δεν είναι η ίδια, μετά από τόσα χρόνια. Κλείνω τα μάτια όμως και θυμάμαι τα πάντα. Θέλω να γυρίσω πίσω, να κάνω βόλτα στην πόλη μου. Αλλά πώς θα γυρίσω και θα δω τόσα πράγματα που δεν θα είναι τα ίδια; Τα συναισθήματα είναι μεικτά…»


-Έχετε φέρει μαζί σας παραδόσεις; «Τα παιδιά μου είναι δίγλωσσα. Μεγάλωσαν και με ρωσική κουζίνα, την οποία και εγώ έμαθα από τη δική μου μαμά. Στο σπίτι υπάρχει και μια βιβλιοθήκη με ρωσικά βιβλία και παιδικά. Επίσης στο σπίτι ακολουθούμε παραδόσεις και των δύο χωρών, γιορτάζουμε Χριστούγεννα και 25 Δεκεμβρίου αλλά και 7 Ιανουαρίου όπως είναι στη Ρωσία, την τελευταία βδομάδα πριν την Καθαρά Δευτέρα γιορτάζουμε Maslenitsa (κάτι παρόμοιο με την τυρινή εβδομάδα στην Ελλάδα). Τα παιδιά γνωρίζοντας τη ρωσική γλώσσα έχουν άμεση επαφή και με τους γονείς μου, που μας επισκέπτονταν εδώ. Αυτός ήταν ο σκοπός μου. Δεν ήθελα μόνο να μιλάνε ρωσικά, ήθελα να την έχουν μητρική μαζί με την ελληνική.»



Ευχαριστώ την κυρία Marina Poyarkova γι’ αυτή τη συνέντευξη.


"A teacher affects eternity; one can never tell where their influence stops."

201 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων